Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2005

ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΜΑΓΚΑ

Α. αβάντα = το στήριγμα κάποιου (μεταφορικά) αβανταδόρος αβαντάρω

αγαντάρω = αντιστέκομαι, κυρίως για σωματικό κόπο

αναντάμ μπαμπαντάμ = κατά μάνα κατά κύρη

ανθίζομαι = αντιλαμβάνομαι κάτι ευχάριστο

αούτης = πόντιος πρόσφυγας ασίκης ασίκικος

ασκέρι = στρατός

αφιόνι = το όπιο

Γ. γανώνω (είναι τενεκές ξεγάνωτος = είναι άχρηστος)

γιουρούσι = επιδρομή

Δ. δερβέναγας= επόπτης (ήρθες να μας κάνεις το δερβέναγα; )

δοβλέτι = κυβέρνηση

Ζ. ζαπτιές = αστυφύλακας

ζούλα = κρυφά (στη ζούλα=στακρυφά)

Κ. καβάντζα = η "πισινή", το να είσαι εξασφαλισμένος σε περίπτωση αποτυχίας όταν αναλαμβάνεις ένα ρίσκο καβαντζώνω

καζαντίζω = αποκομίζω κέρδη

καρακόλι = ο αστυνόμος του στρατού

καραμπουζουκλής = κεφάτος, γλεντζές

κάργα = (επίρρ.) αρκετά

καργάρω = προσπαθώ, σπρώχνω

καργαδόρος = ο επιβήτορας

καρντάσης = φίλος, σύντροφος, αδερφός

κελεπτσές = χειροπέδες κιτάπι

κουρμπέτι = βγήκε στο κουρμπέτι/κλαρί = εκπορνεύτηκε κλπ

Λ. λαλητήρι = το κουδούνι

Μ. μαγκιώρος = έξυπνος, μάγκας

μαχμουρλής = νυσταγμένος

μεϊντάνι = πλατεία

μιλλέτι = έθνος, φυλή, φάρα

μουσαφίρης = επισκέπτης

μουστερής = πελάτης

μπαιλντίζω = βαριέμαι

μπαϊράκι (σήκωσε δικό του μπαϊράκι= επαναστάτησε, κάνει του κεφαλιού του)

μπακίρια (τα) = λεφτά (δάγκωσε τα μπακίρια= πήρε μπαξίσι)

μπαξές = κήπος

μπαξίσι = φιλοδώρημα ( σε μορφή δωροδοκίας)

μπέης (περνάω μπέικα=ζω με ανέσεις)

μπεκιάρης = εργένης

μπουλούκι = ασύνταχτη, άταχτη ομάδα, πλήθος

μπουνταλάς = νωθρός

Ν. νταλγκάς = ερωτικός καημός

νταλκαδιασμένος = ερωτευμένος

νταραβέρι = συνδιαλλαγή

ντελμπεντέρης = γλεντζές

ντόρτια ( όλο ντόρτια φέρνω=είμαι άτυχος)

Π. παζάρι (κάνω παζάρι, παζαρεύω)

πατσαβούρα = ειναι βρισιά (μωρή πατσαβούρα)

πεσκέσι = δώρο

πρεπούμενα(τα) = τα απαραίτητα

Ρ. ρουσφέτι

Σ. σαίνι = ξύπνιος

σακουλεύομαι = αντιλαμβάνομαι κάτι δυσάρεστο και νευριάζω

σεβντάς = έρωτας

σεβνταλής = ερωτιάρης

σεργιάνι = βόλτα

σερμαγιά = κεφάλαιο

σερμπέτι = γλυκό

σεφτές = οι πρώτες εισπράξεις

σιχτιρίζω = βρίζω

στανιό = ζόρι, με το στανιό/ζόρι

Τ. ταβατούρι = φασαρία

τακίμι = κολλητός

τακιμιάζω = τα κάνω πλακάκια με κάποιον

ταμάχι = πλεονεξία

ταμπούρι = προμαχώνας ταμπουρώνομαι

ταπί = χωρίς πεντάρα, πανί με πανί

τεκές = ισλαμικό μοναστήρι, χασισοποτείο

τελάλης = κήρυκας

τερτίπι = λεπτομέρεια

τεφαρίκι = διαλεχτό

πράματζιβάνα = το φίλτρο του τσιγάρου μαριχουάνας

τζόβενο = ο πρωτάρης, κυρίως για τα καράβια

τζουτζές = το τσιράκι

τουλούμι = ασκός (βρέχει με το τουλούμι)

τράκα = δανεισμός

τρακαδόρος = αυτός που συνεχώς ζητάει δανεικά (που δε θα επιστρέψει)

τράτο = χρονικό περιθώριο

τσαλίμι = επιδέξια κίνηση παλαιστή, σκέρτσο, νάζι

τσαχπίνης = σκερτσόζος

τσιγκέλι (του τα βγάζω με το τσιγκέλι)

τσιλιαδόρος = αυτός που κρατάει τσίλιες

τσίλιες = η σκοπιά/φρουρά των παρανόμων που ελέγχει μην γίνουν αντιληπτοί κατά την διάρκεια μιας παρανομίας

τσιράκι = υποταχτικός, μαθητευόμενος

τσίφτης = έξυπνος, μάγκας

τσογλάνι = κωλόπαιδο

τσοντάρω = προσφέρω το μερίδιο που μου αναλογεί σε κάποια δαπάνη

Φ. φάκα = ποντικοπαγίδα (πιάστηκε στη φάκα=παγιδεύτηκε)

φετφάς = διάταγμα

φιρμάνι = διάταγμα

φουμάρω = καπνίζω (τι καπνό φουμάρει = τι είδους άνθρωπος είναι)

Χ. χαλάλι = σπατάλη που άξιζε τον κόπο χαλαλίζω

χαμάμ (είναι χαμάμ = είναι πολύ ζεστά και υγρά)

χαμπάρι = είδηση (δεν το πήρα χαμπάρι, δεν το μυρίστηκα)

χαράμι = σπατάλη που δεν άξιζε τον κόπο

χουβαρδάς = ανοιχτοχέρης (και κουβαρντάς)χουβαρδαλίκι



1 Λογομαχιες:

Δημοσίευση σχολίου