Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2007

ΟΙ ΓΕΡΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ*

Προχθες δυσλειτουργησε ο καμμενος οργανισμος μου και εκανα κατι εντελως τελειως μικροαστικο. Ξυπνησα κατά λαθος πολύ νωριτερα από το προβλεπομενο.
Ηπια τον καφε μου απολαμβανοντας την ανατολη του ηλιου στην πολη.
Φορεσα κατι προχειρο, πηγα στον φουρνο της γειτονιας, πηρα μια τυροπιτα και ένα σοκολατουχο γαλα και πηγα σε μια απλα να χαζεψω το ξημερωμα.

Ρουφηξα κάθε στιγμη, απολαυσα την ησυχια και με επιασε μια μαυρη μελαγχολια.
Ξαφνικα ανακαλυψα την καθημερινοτητα. Επρεπε να ντυθω και να ετοιμαστω για να παω στο γραφειο. Ενοχληθηκα τοσο πολύ από αυτή τη σκεψη που παρορμητικα την απερριψα. Αποφασισα να κανω δωρο στον εαυτο μου μια μερα ξεκουρασης.

Πηγα στον οικογενειακο μου γιατρο και ειχε 10 ασθενεις!!!
Μολις ξεπροβοδισε αυτόν που ειχε μεσα, του εκανα νευμα και λες και το ηξερε μου ειπε γελωντας:
-Βρε καλωστον υποπτο! Ποιο καλο αδειοχαρτο σε εφερε από τα μερη μας;
-Χειμερινη ηλιαση γιατρε μου, απαντησα και συνεχισε:
-Κατσε να δω την κυρια που είναι επειγον και μετα περνα να σου γραψω την αδεια να μην περιμενεις.

Αρχισα να περιεργαζομαι τους υπολοιπους ανακουφισμενος ότι δεν θα περιμενα με τις ωρες. Αν είναι να ετρωγα τη μιση εργασιμη μερα στο ιατρειο, καλυτερα να ετοιμαζα εισαγωγη σε νοσοκομειο!
Ηλικιωμενοι ολοι τους που δεν εδειχναν ότι υπεφεραν από κατι συγκεκριμενο.
Συνταγες θα ηθελαν σκεφτηκα και να πραγματοποιησουν μια κοινωνικη επισκεψη. Όταν περνουν τα χρονια και δεν εχεις παρεα να βγεις βραδι, βγαινεις το πρωι.

Το πρωι περαν μερικων καφενειων, ενας προσφιλης τοπος για τους ηλικιωμενους είναι το ιατρειο και το ΙΚΑ. Πανε νωριτερα και δικαιολογουνται ότι δεν θελουν να καθυστερησουν και να χασουν το ραντεβου αλλα πιανουν και την κουβεντα, κανουν γνωριμιες, με πολλους είναι ηδη γνωστοι και λενε τα νεα τους. Θα κουβεντιασουν για λιγο και με τον γιατρο, θα περασει η ωρα, θα φυγουν.
Χτυπησε το κουδουνι και μπηκαν.

Μανα – παιδι – γιαγια.
Μανα – κορη – εγγονος.
Όπως θελετε παρτε το.

Ο γιος-εγγονος ηταν μια χαρακτηριστικη περιπτωση ρεμαλιου.
Γυρω στα 22, φορουσε ένα κοντο παντελονι και ένα αμανικο μπλουζακι και με δυσκολεψε πολύ να δω το δερμα του καθως ηταν καλυμμενο από τατουαζ. 10 σκουλαρικια σε κάθε αυτι και ένα βλεμμα απλανες και θυμωμενο για το πρωινο εγερτηριο.

Η μανα ηταν μια παστωμενη με κραγιον και μακιγιαζ χοντρη, γυφτικης αισθητικης με 12 δαχτυλιδια, 8 βραχιολια και 4 καδενες, με χρυσα παπουτσια και εφαρμοστο παντελονι που πασχιζε να κρατησει το λιπος κοντα στα οστα.

Η γιαγια ηταν μια συμπαθης γριουλα σχεδον αδυναμη να περπατησει. Την υποβασταζαν και σχεδον την πεταξαν στην πολυθρονα.
Η γιαγια παραμιλουσε.

Τι μερα είναι σημερα, τι ωρα είναι τωρα και ρωτησε καμια 10 φορες που είναι η Νικη, θελω να παμε στο σπιτι, γιατι ηρθαμε εδώ; Ο γιος εγγονος δεν μιλουσε και χαζευε τον τοιχο. Η μανα – κορη στην αρχη ηταν ευγενικη μαζι της και της εξηγουσε ότι αυτή τη Νικη θα την εβρισκαν μετα.
Η γιαγια επεμεινε να ζηταει αυτή τη Νικη και η ευγενεια αυτή τη φορα εδωσε την θεση της στα σαγονια του καρχαρια.
«Σταματα πια να μας βασανιζεις. Να πας στις άλλες κορες σου που δεν σε θελει καμια και μας φορτωθηκες. Αντε να μας δωσει το χαρτι ο γιατρος να σε στειλω στο ιδρυμα να ησυχασω. Πολύ σε ανεχτηκα».

Η γιαγια σαν να μην ακουσε τιποτα και συνεχισε να μονολογει:
Οι γεροι ανθρωποι δεν ζητουν τιποτα. Ουτε πλουτη, ουτε διασκεδασεις, ουτε πολυτελεια. Οι γεροι ανθρωποι θελουν μονο λιγη στοργη…

Θελω να με πατε στο σπιτι μου. Τι κανουμε εδώ; Γιατι ηρθαμε; Που είναι η Νικη;
«και σου το ειπα γιατι να μεινουμε μαζι; Αφου δεν εισαι αξια να κανεις τιποτα! Δεν μπορω ολη μερα να ειμαι πανω από το κεφαλι σου να σε προσεχω. Να παμε στο ιδρυμα να εχεις παρεα και εγω να μπορω να ηρεμησω»

Οι γεροι ανθρωποι δεν ζητουν τιποτα. Ουτε πλουτη, ουτε διασκεδασεις, ουτε πολυτελεια. Οι γεροι ανθρωποι θελουν μονο λιγη στοργη…
Θελω να με πατε στο σπιτι μου. Τι κανουμε εδώ; Γιατι ηρθαμε; Που είναι η Νικη;
Συνεχισε η γιαγια.

Ηταν το event του πρωινου. Οι υπολοιποι ασθενεις παρακολουθουσαν βουβοι.
Παρατηρουσα με ενδιαφερον και όταν το πρωτοειπε η γιαγια δεν μου εκανε καμια αισθηση. Σκεφτομουν μαλιστα ότι θα τους εχει βγαλει το λαδι και ότι δικαιουνται να ζησουν και οι αλλοι. Ασχετα αν λογω εμφανισης δεν μου φανηκαν – για να το πω κομψα – ποιοτικοι.
Μολις βγηκε ο γιατρος, και ετοιμαζομουν να μπω, αρχισε η χοντρη να φωναζει
«ηρθαμε γιατρε μου, δωσε μας το χαρτι να φυγουμε γιατι μετα εχω πολλες δουλειες» και σηκωθηκαν, αρπαξαν τη γιαγια σαν σακουλα με αχλαδια και την προσγειωσαν εξω από την πορτα του ιατρειου.

Ο γιατρος στην αρχη εμεινε εμβροντητος.
Του εγνεψα ότι ενταξει, δεν τρεχει μια.
Ζητησε συγγνωμη από τους αλλους ασθενεις, τους εβαλε μεσα αλλα ξεχασε την πορτα ανοιχτη και από το σημειο που καθομουν μπορουσα να ακουσω τι ελεγαν.

Ο γιατρος ειπε ότι δεν μπορουσε να δωσει καποιο χαρτι που από ότι καταλαβα αντιστοιχουσε με φυλακιστηριο γιατι η γιαγια ηταν μια χαρα. Τους συστησε να πανε οι ιδιοι στο ιδρυμα να καταθεσουν αιτηση και ισως να τους δεχθουν.

Ο καρχαριας εγινε στην αρχη ελεφαντας. Φωναζε ευγενικα ότι «μα δεν τη βλεπετε γιατρε μου ότι δεν μπορει και ότι χρειαζεται μεριμνα;»
Ο γιατρος ειχε μετατραπει για να αντεξει σε βραχο.
«δεν μπορω να βαλω την υπογραφη μου και τη σφραγιδα μου σε κατι που είναι ψευτικο. Αφου δεν εχει κατι, να τη βγαλω αρρωστη;»

Ο ελεφαντας ξαναγινε καρχαριας
«ρε γιατρε δωσε μου το χαρτι τωρα, αφου δεν βλεπεις ότι για το καλο της το κανω!»
Η γρια μιλουσε παραλληλα και δεν μπορεσα να την ακουσω αλλα όταν εγινε μικρη παυση ξεχωρισα ξανα το Οι γεροι ανθρωποι δεν ζητουν τιποτα. Ουτε πλουτη, ουτε διασκεδασεις, ουτε πολυτελεια. Οι γεροι ανθρωποι θελουν μονο λιγη στοργη…
Ο καρχαριας εγινε δεινοσαυρος.

ΣΚΑΣΕ ΠΙΑ ΕΣΥ !
Θελεις να πας στο σπιτι σου.
Τι να το κανεις το σπιτι;
Ποιος θα σε προσεχει εκει;
Αλλα τι καταλαβαινεις, μονο για να τρως και να κοιμασαι εισαι.
Εφυγαν από το γραφειο του με καλημερα και στην πορτα με καταρες για τον γιατρο.
Εκεινος δεν βγηκε καν εξω αλλα με φωναξε σαν να ηθελε να μην μπει κανενας αλλος.
Υποπτε, ελα μεσα. Ακους; Ελα μεσα υποπτε!

Μπηκα και τον βρηκα ετοιμο να εκραγει.
Καταλαβες τους πουστηδες;
Τους καριοληδες!
Ασε τους ξερω και θα τους κανονισω.
Σχηματισε εξοργισμενος τον αριθμο στην τηλεφωνικη του συσκευη.
Πηρε λαθος και ξαναδοκιμασε.

Ξαναπηρε λαθος, κατεβασε το ακουστικο και πεταξε τη συσκευη από το γραφειο.΄
Τη μαζεψα.
Θα τους γαμησω!!!
Ξαναπηρε.
Ηταν πιο τυχερος αυτή τη φορα.
Ναι, ναι, με ακους;
Δωσε μου σε παρακαλω την προϊσταμενη
Γιατρος ταδε πες της.
Και γρηγορα.
Ναι;
Ελα κοριτσι μου, τι κανεις καλα;

Λοιπον κοιταξε, ερχεται τωρα από κει μια κυρια με τον γιο της και μια γιαγια.
Θελουν να κλεισουν τη γιαγια μεσα και επικαλουνται αδυναμια, μην το δεχτεις!
Θελουν να ξαποστειλουν τη γιαγια και εχουν πληρωσει αλλον γιατρο για να γραψει ότι είναι για φουντο και ζητησαν και δικη μου γνωματευση αλλα δεν την εδωσα.
Μην τη δεχτεις γιατι θελουν να την πεταξουν σαν σκυλι.
Σου ερχονται τωρα, εχε το νου σου.

Ενταξει, θα τα πουμε μετα, φιλια.
Εκλεισε το τηλεφωνο σαφως πιο ανακουφισμενος και στραφηκε σε μενα.
Χωρις καν να προλαβω να πω καλημερα, συνεχισε από το σημειο που ειχε αφησει το τηλεφωνημα.
Τους ξερω χρονια υποπτε.

Η γιαγια ηταν κορη μεγαλοαστικης οικογενειας και κληρονομησε μεγαλη ακινητη περιουσια. Η κορη της παντρευτηκε και χωρισε αλλα εκανε αυτόν τον τεμπελη με τα τατουαζ και θελουν να ξαποστειλουν τη γρια για να πουλησουν και εκεινο το σπιτι που ηθελε να παει να μεινει η φουκαριαρα. Το μονο που της απεμεινε. Η κυρια είναι χαρτομουτρο, ο γιος ολη μερα τον παιζει και εχουν βαλει στο ματι το σπιτι να το πουλησουν. Φραγκα για να μεινει η γρια και να βαλουν μια γυναικα να την προσεχει εχουν. Αλλα δεν θελουν, για να της το φανε και αυτό. Δεν φτανει οσα αλλα της εχουν ξεκοκκαλισει. Και ηρθε εδώ η καρια για να μου πει να της δωσω το χαρτι.
Αει στο διαλο ρε!

Πηρε το μπλοκ, εγραψε βιαστικα την αδεια μου λογω μιας αδιευκρινιστης ασθενειας ( κοταζα τι θα γραψει γιατι ηταν ικανος να συμπληρωσει «εγκυμοσυνης») και συνεχισε ακαθεκτος
Τοσα χρονια η γιαγια ηταν καλη.
Τους ταϊζε, τους πληρωνε, δεν ζητουσε, πουλησε για να σπουδασει ο γιος και τι να σπουδασει ο αχρηστος αφου τα εφαγε όλα και δεν εκανε τιποτα, πουλησε για να κανει η κορη τη μεγαλη ζωη και τωρα που γερασε θελουν να την πεταξουν σαν το σκυλι στο αμπελι.

Μου το εδωσε, σηκωθηκα, ψελλισα ένα ευχαριστω πολύ, ανοιξα την πορτα, ξεψυχισα άλλο ένα ευχαριστω και σε οσους ειχα παρει τη σειρα και κατεβηκα στον δρομο.
Ο ηλιος ειχε παρει για τα καλα τη θεση του πανω από την πολη και το αερακι νοτιζε το προσωπο μου. Ενοιωσα λιγο καλυτερα, συνεχισα τον δρομο μου και λιγο αργοτερα ειχα ξεχασει ότι συνεβη.
Αργα το βραδι υστερα από μια γεματη και ψυχικα ωφελιμη μερα ( συνηθως αυτές είναι όταν δεν δουλευουμε) επεσα να κοιμηθω.

Τοτε ξανακουσα τα λογια της γιαγιας.
Οι γεροι ανθρωποι θελουν μονο λιγη στοργη.
Μια μαχαιρια επεσε στο στηθος μου και εκλεισα τα ματια.

*Στους γονεις μου.



28 Λογομαχιες:

Δημοσίευση σχολίου