Ø Επεσκέφθησαν
κάποτε τρεις γέροντες τον Αββάν Αχιλλάν, και ο ένας από αυτούς είχε κακήν
φήμην. Είπε δε εις αυτόν ένας από γέροντας: Αββά, κάμε μου ένα δίκτυον. Ο δε
είπε: Δεν κάμνω. Και ο άλλος είπε: κάμε αγάπην, δια να έχωμεν ενθύμησιν σου εις
την Μονήν. Ο δε είπε: Δεν ευκαιρώ. Του λέγει ο άλλος όπου είχε την κακήν φήμην.
Εις εμέ κάμε ένα δίκτυον διά να έχω από τα χέρια του Αββά. Ο δε αποκριθείς
αμέσως του είπεν: Εγώ να σου κάμω. Και του είπαν ιδιαιτέρως οι δύο γέροντες:
Πως ημείς σε παρακαλέσαμεν και δεν εθέλησας να μας κάμης και εις αυτόν είπες
«εγώ να σου κάμω»; Τους λέγει ο γέρων: Σας είπα, δεν κάμω, και δεν ελυπηθήκατε,
διότι δεν ευκαιρώ. Εις αυτόν δε εάν κάμω, θα ειπή ότι δια την αμαρτίαν μου
επειδή ήκουσεν ο γέρων, δεν ηθέλησε να κάμη και αμέσως κόπτομεν το σχοινί.
Παρεκίνησα λοιπόν την ψυχήν του, δια να μη κυριευθή από την λύπην ο τοιούτος.
Ø Ο
Αββάς Αγάθων όταν έβλεπε κάποιο πράγμα και ήθελεν ο λογισμός του να κρίνη,
έλεγεν εις τον εαυτόν του: Αγάθων, μην το κάμης αυτό εσύ. Και ο λογισμός του
ησύχαζεν.
Ø Έλεγαν
δια κάποιον γέροντα ότι έκαμε πενηντα χρόνια, χωρίς να φάγη άρτον ή να πιή
οίνον ταχέως και έλεγεν ότι εφόνευσα την πορνείαν και την φιλαργυρίαν και την
κενοδοξίαν. Και ήλθεν εις αυτόν ο Αββάς Αβραάμ, ακούσας ότι είπεν αυτό και του
λέγει: Συ είπες αυτόν τον λόγον; Και λέγει ναι. Και του είπεν ο Αββάς Αβραάμ.
Ιδού εισέρχεσαι εις το κελλίον σου και ευρίσκεις εις το ψαθί σου γυναίκα,
ημπορείς να λογαριάσεις ότι δεν είναι γυναίκα; Λέγει όχι αλλά πολεμώ τον
λογισμόν, να μη την εγγίσω. Λέγει λοιπόν ο Αββάς Αβραάμ ιδού δεν εφόνευσες,
αλλά ζη το πάθος, εδέθη δε. Πάλιν ενώ περπατείς βλέπεις πέτρες και κομμάτια
κεραμίδια, μέσα δε εις αυτά χρυσάφι, ημπορεί ο νους να το λογαριάση όπως και αυτά;
Λέγει: Όχι. Αλλά πολεμώ τον λογισμόν να μη το πάρη. Και του λέγει ο γέρων: Ιδού
ζης το πάθος αλλά εδέθη. Λέγει πάλιν ο Αββάς Αβραάμ: Ιδού ακούεις δύο αδελφούς,
ότι ο ένας αγαπά σε, ο δε άλλος μισεί σε και σε κατηγορεί: Εάν έλθουν εις
εσένα, έχεις και τους δύο εξίσου; Λέγει: όχι, αλλά αγωνίζομαι να κάμω καλόν εις
εκείνον όπου με μισεί, καθώς και εις εκείνον όπου με αγαπά. Του λέγει ο Αββάς
Αβραάμ: Ώστε λοιπόν ζουν τα πάθη, μόνο δε δένονται από τους αγίους.
Ø Έλεγεν
ο Αββάς Δουλάς, ο μαθητής του Αββά Βησσαρίωνος, ότι ενώ επεριπατούσαμεν κάποτε
εις όχθην της θαλάσσης εδίψασα και είπον εις τον Αββάν Βησσαρίωνα: Αββά, διψώ
πολύ και αφού έκαμε προσευχήν ο γέρων, μου λέγει: Πίε από τη θάλασσα και
εγλύκανε το νερόν και έπια. Εγώ δε επήρα εις το αγγείον, μήπως παρεκεί διψάσω
και καθώς είδεν ο γέρων μου λέγει: Διατί επήρες νερόν; Του λέγω: Συγχώρησε με,
μήπως παρεκεί διψάσω. Και είπεν ο γέρων: Ο Θεός εδώ, και παντού Θεός.
Ø Είπεν
ο Αββάς Γρηγόριος ο Θεολόγος: Αυτά τα τρία απαιτεί ο Θεός από κάθε άνθρωπον που
έχει το Άγιον Βάπτισμα. Πίστιν ορθήν από την ψυχήν, και αλήθεια από την γλώσσαν
και σωφροσύνην από το σώμα.
0 Λογομαχιες:
Δημοσίευση σχολίου
Γράψε ότι θέλεις με ευπρέπεια