Ø Διηγήθη
ο Αββάς Δανιήλ, ότι όταν ήτο εις την Σκήτιν ο Αββάς Αντώνιος, ήτο εκεί ένας
μοναχός όπου έκλεπτε τα αγγεία των γερόντων και τον επήρε ο Αββάς Αρσένιος εις
το κελλί του, θέλων να σώση αυτόν και τους γέροντες να αναπαύση ψυχικώς. Και
του λέγει: Ότι και αν θέλης, εγώ σου δίδω. Μόνον μη κλέψης και του έδωσε
χρυσάφι και χρήμα και φορέματα και εχρειάζετο. Πηγαίνων δε, πάλιν έκλεπτε.
Ιδόντες ποιπόν οι γέροντες, ότι δεν έπαυσε, τον εδίωξαν, λέγοντες ότι εάν
ευρέθη αδελφός να έχη ελάττωμα πρέπει να τον υπομένετε. Εάν δε κλέπτη και μετά
από νουθεσίαν δεν παύει, διώξατέ τον διότι και την ψυχήν του ζημιώνει και όλους
όπου κατοικούν εις τον τόπον τους ταράσσει.
Ø Διηγήθη
ο Αββάς Δανιήλ ο από την Φάραν, ότι είπεν ο πατήρ ημών, ο Αββάς Αρσένιος δια
κάποιον σκητιώτην, ότι κατά την πράξιν ήτο μέγας, εις δε την πίστιν απλοϊκός
και έσφαλλεν από άγνοιαν και έλεγεν: Δεν είναι πραγματικώς ο άρτος τον οποίον
μεταλαμβάνομεν σώμα Χριστού αλλά αντίτυπον. Και ήκουσαν δύο γέροντες ότι λέγει
αυτόν τον λόγον, και γνωρίζοντες ότι ήτο μέγας εις την αρετήν, εσκέφθησαν ότι
με ακακίαν και απλότητα λέγει και ήλθαν προς αυτόν και του λέγουν: Αββά,
ακούσαμεν δια κάποιον λόγον άπιστον. Διότι λέγει ότι ο άρτος όπου
μεταλαμβάνομεν δεν είναι πραγματικώς σώμα Χριστού αλλά είναι αντίτυπον. Λέγει ο
γέρων: Εγώ είμαι όπου λέγω αυτό. Οι δε τον παρακαλούσαν λέγοντες, μη πιστεύης
έτσι Αββά αλλά όπως παρέδωσεν η καθολική εκκλησία διότι ημείς πιστεύομεν, ότι
αυτός ο άρτος, σώμα είναι του Χριστού και το ποτήριον αυτό είναι το αίμα του
Χριστού κατά αλήθειαν και όχι αντίτυπον. Αλλά όπως εις την αρχήν αφού έλαβε
χώμα από την γήν έπλασε τον άνθρωπον κατ’ εικόνα του, και δεν ημπορεί κανείς να
είπη ότι δεν είναι εικόνα του Θεού, αν και είναι ακατανόητος έτσι ο άρτος, τον
οποίον είπεν ότι σώμα μου είναι, πιστεύομεν ότι αυτός κατά αλήθειαν σώμα είναι
Χριστού. Ο δε γέρων είπεν εάν δεν πεισθώ από γεγονός, δεν βεβαιώνομαι. Οι δε
του είπαν. Ας παρακαλέσωμεν τον Θεόν την εβδομάδα αυτήν δια το μυστήριον τούτο,
και πιστεύομεν ότι ο Θεός θα μας φανερώση. Ο δε γέρων μετά χαράς εδέχθη τούτο
και παρεκάλει τον Θεόν, λέγων. Κύριε συ γνωρίζεις ότι όχι από κακίαν απιστώ
αλλά δια να πλανηθώ από άγνοιαν, φανέρωσε μοι Κύριε Ιησού Χριστέ. Αφού δε επήγαν
εις τα κελλία των οι γέροντες, παρεκάλουν τον Θεόν και αυτοί, λέγοντες: Κύριε
Ιησού Χριστέ, φανέρωσε εις τον γέροντα το μυστήριον τούτο, δια να πιστεύση και
μη χάση τον κόπο του. Και εισήκουσεν ο Θεός και των δύο και αφού συνεπληρώθη η
εβδομάδα, ήλθον την Κυριακήν εις την εκκλησίαν, και εστάθησαν μαζί οι τρεις
μόνοι εις ένα μαξιλάρι, εις το μέσον δε ήτο ο γέρων. Ηνοίχθησαν δε αυτών οι
οφθαλμοί και όταν ετέθη ο άρτος εις την Αγίαν Τράπεζαν, εφαίνετο μόνο εις τους
τρείς ωσάν παιδίον και καθώς άπλωσεν ο ιερεύς το χέρι να κόψη τον άρτον, ιδού
άγγελος Κυρίου κατέβη από τον ουρανόν κρατών
μαχαίρι και έσφαξε το παιδίον και άδειασε το αίμα του εις το ποτήριον. Όταν δε
έκοψεν ο ιερεύς εις μικράν τεμάχια τον άρτον, και ο άγγελος έκοπτεν από το
παιδίον μικρά μέρη και όταν προσήλθον να λάβουν από άγια, εδόθη εις τον γέροντα
μόνον κρέας κρέας αιματωμένον. Και ιδών εφοβήθη και εφώναξε λέγων: Πιστεύω
Κύριε, ότι ο άρτος σώμα σου είναι και το ποτήριον αίμα σου είναι. Και αμέσως το
εις το χέρι του κρέας έγινεν άρτος κατά το μυστήριον εμετάλαβεν ευχαριστών τον
Θεόν. Και του λέγουν οι γέροντες: Ο Θεός γνωρίζει την ανθρώπινη φύσιν ότι δεν
μπορεί να φάγη κρέατα ωμά και δια τούτον μετέβαλε το σώμα του εις άρτον και το
αίμα του εις οίνον, εις τους δεχομένους με πίστιν. Και ευχαρίστησαν τον Θεόν
δια τον γέροντα, ότι δεν άφησε να χάση τους κόπους του και ανεχώρησαν οι τρεις
μετά χαράς εις τα κελλία των.
Ø Ενώ
περνούσεν ο Άγιος Εφραίμ, εξ ενεργείας κάποιου, έρχεται μια πόρνη να τον
κολακεύη εις αισχράν μίξιν ή καν να τον κινήση εις θυμόν, διότι ουδέποτε τον
είδε κανείς να οργίζεται. Και λέγει προς αυτήν. Ακολούθησε με. Αφού δε
επλησίασε εις τόπον όπου ήτο κόσμος πολύς, της είπεν: Εις τον τόπον τούτον έλα
καθώς ηθέλησες. Εκείνη δε, ιδούσα τον κόσμον του λέγει: Πως ημπορούμε να
κάμωμεν τούτο, μπροστά σε τόσον κόσμον και να μη εντρεπώμεθα; Ο δε της λέγει:
Εάν εντρεπώμεθα τους ανθρώπους πολύ περισσότερον οφείλομεν να εντραπώμεν τον Θεόν, ο οποίος
εξετάζει τα γινόμενα κρυφίως εις το σκότος. Η δε εντραπείσα, έφυγεν άπρακτος.
Ø Είπεν
ο Αββάς Ευάγριος: Είναι μεν μεγάλο κατόρθωμα το να προσεύχεται κανείς χωρίς
περισπασμόν του νού. Μεγαλύτερον δε και το να ψάλλη χωρίς περισπασμόν.
Ø Είπεν
ο Αββάς Ζήνων: Εκείνος όπου θέλει να εισακούση ταχέως ο Θεός την προσευχήν του,
όταν σηκώση και απλώση τα χέρια του προς τον Θεόν, πριν από όλα και πριν την
ιδικήν του ψυχήν ας προσευχηθή από καρδίας υπέρ των εχθρών του και με αυτό το
κατόρθωμα, ότι παρακαλέσει τον Θεόν, τον ακούει.
Ø Είπεν
ο Αββάς Θεόδωρος ο εις την Σκήτιν: Έρχεται ο λογισμός και με ταράσσει και με
απασχολεί και την πράξιν δεν ημπορεί να κάμη αλλά μόνον εμποδίζει από το να
κάνω την αρετήν. Ο δε προσεκτικός άνθρωπος τον αποτινάζει και σηκώνεται εις
προσευχήν.