Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεροντικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεροντικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ part 10




Ø  Ένας αδελφός  ηρώτησε τον Αββάν Ιέρακα, λέγων: Ειπέ μου λόγον ωφέλιμον, πώς να σωθώ; Του λέγει ο γέρων: Κάθου εις το κελλίον σου. Εάν πεινάς, φάγε. Εάν διψάς, πίε και μη ειπής κακόν λόγον δια κανένα και σώζεσαι.

Ø  Ειπεν ο Αββάς Ισίδωρος ο πρεσβύτερος: Εάν αγωνίζεσθε νομίμως με το να νηστεύετε, μη υπερηφανεύεσθε ειδέ καυχάσθε δι’ αυτό. Καλύτερα τρώγετε κρέας διότι συμφέρει εις τον άνθρωπον μάλλον να τρώγη κρέας, παρά να υπερηφανεύεται και να κομπάζη.

Ø  Είπεν ο Αββάς Κόπρις:    Μακάριος είναι εκείνος όπου υπομένει κόπον και ευχαριστεί

Ø  Επερωτηθείς ο Αββάς Κύρος ο Αλεξανδρεύς ως προς τον λογισμόν της πορνείας, απεκρίθη έτσι: Εάν δεν έχεις λογισμόν, έχεις πράξιν. Τούτο δε είναι, ότι εκείνος όπου δεν πολεμεί, ούτε εναντιώνεται με τον νούν εναντίον της αμαρτίας, σωματικώς πράττει αυτήν διότι εκείνος όπου έχει πράξεις, από τους λογισμούς δεν ενοχλείται. Ηρώτησε ο γέρων τον αδελφόν, λέγων. Μήπως έχεις συνήθειαν να συνομιλής με γυναίκα; Και είπεν ο αδελφός: Όχι, παλαιοί και νέοι ζωγράφοι είναι οι λογισμοί μου. Είναι ενθυμήσεις όπου με ενοχλούν και γυναικών ομοιώματα. Ο δε γέρων προς αυτόν: Νεκρούς μη φοβάσαι αλλά τους ζωντανούς απόφευγε και επίμενε περισσότερον εις την προσευχήν.

Ø  Είπεν ο Αββάς Μακάριος: Μη κοιμηθής εις κελλίον αδελφού όπου έχει κακήν φήμην.

Ø  Ένας αδελφός επεσκέφθη τον Αββάν Μακάριον τον Αιγύπτιον και του λέγει: Αββά, ειπέ μου λόγον πώς να σωθώ. Και λέγει ο Γέρων: Πήγαινε εις το νεκροταφείον και ύβρισε τους νεκρούς. Πηγαίνων λοιπόν ο αδελφός, τους ύβρισε και τους επετροβόλησε και ελθών το είπε εις τον γέροντα και του λέγει: Δεν σου ωμίλησαν τίποτε; Ο δε είπεν : Όχι. Του λέγει ο Γέρων: Πήγαινε πάλιν αύριον και δόξασε τους. Πηγαίνων λοιπόν ο αδελφός του εδόξασε λέγων : Απόστολοι, άγιοι και δίκαιοι και ήλθεν εις τον γέροντα και του είπε: Τους εδόξασα. Και του λέγει: Δεν σου απάντησαν τίποτε; Όχι είπεν ο αδελφός. Του λέγει ο Γέρων: Είδες πόσα τους ύβρισες και δεν σου απήντησαν τίποτε και πόσα τους εδόξασες και δεν σου ωμίλησαν τίποτε. Έτσι και συ εάν θέλης να σωθής, γίνε νεκρός. Μήτε την κακίαν των ανθρώπων, μήτε την δόξαν αυτών θα λογαριάσης όπως οι νεκροί και ημπορείς να σωθής.

Ø  Έλεγεν ο Αββάς Πανφούτιος ο μαθητής του Αββά Μακαρίου, ότι παρεκάλεσα στον πατέρα μου, λέγων: Ειπέ μου λόγον. Ο δε είπε: Μη κάμης κακόν εις κανένα, μήτε κατηγορήσης κανένα. Αυτά φύλαγε και σώζεσαι.

Ø  Έλεγαν περί του Αββά Μακαρίου, ότι εάν ήρχετο προς αυτόν αδελφός, ως εις άγιον γέροντα και μεγάλον με φόβον, δεν του ωμιλούσε τίποτε. Εάν δε του έλεγε κανένας από τους αδελφούς ως εξευτελίζων αυτόν: Αββά τάχα όταν ήσουν καμηλιέρης και έκλεπτες τη σόδα και την επωλούσες, δεν σε έδερναν οι φύλακες;; Εάν αυτά του έλεγε κανείς, του ωμιλούσε μετά χαράς, ό,τι και αν τον ερωτούσε

Ø  Έλεγε λοιπόν ο Αββάς Μακάριος ότι ο λόγος ο κακός και τους καλούς κάμνει κακούς και ο καλός λόγος και τους κακούς κάμνει καλούς.

Ø  Άλλοτε ενώ εγίνετο συνέδριον εις την Σκήτιν, θέλοντες να τον δοκιμάσουν οι πατέρες, τον εξευτέλισαν λέγοντες: Τι έρχεται και ο Αιθίοψ αυτός εις το μέσον μας; Ο δε Αββάς Μωυσής ως ήκουσεν εσιώπησε. Μετά δε όπου διελύθησαν, του λέγουν. Αββά, προ ολίγου δεν εταράχθης; Τους λέγει: Εταράχθηκα αλλά δεν ωμίλησα.

Ø  Είπε πάλιν ο Αββάς Μωυσής. Εάν δεν συμφωνήση η πράξις με την προσευχήν, ματαίως κοπιάζει ο άνθρωπος και είπεν ο αδελφός: Τι είναι συμφωνία πράξεως και προσευχής; Και είπεν ο Γέρων. Ώστε εκείνα δια τα οποία προσευχόμεθα, να μην τα κάμνωμεν πλέον διότι όταν ο άνθρωπος αφήση τα θελήματα του, τότε φιλιώνεται με αυτόν ο Θεός και δέχεται την προσευχή του.

Ø  Είπε πάλιν ο Αββάς Μωυσής. Εάν δεν έχη εις την καρδίαν του ο άνθρωπος ότι είναι αμαρτωλός, ο Θεός δεν του εισακούει. Και είπεν ο αδελφός: Τι είναι το να έχη εις την καρδίαν του ότι είναι αμαρτωλός; Και είπεν ο Γέρων, ότι όποιος σηκώνει τας αμαρτίας του, δεν βλέπει τας αμαρτίας του πλησίον του.

Ø  Είπεν ο Αββάς Νείλος : Προσευχή είναι λύπης και μελαγχολίας καταφύγιον

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ part 9

 

Ø  Έλεγαν δια τον Αββάν Ιωάννην, ότι κάποιας νέας απέθανον οι γονείς και έμεινεν ορφανή. Ωνομάζετο δε Παϊσία. Εσκέφθη λοιπόν να κάμη τον οίκον της ξενοδοχείον δια τους πατέρες της Σκήτεως. Έμεινεν λοιπόν πολύν καιρόν έτσι φιλοξενούσα και υπηρετούσα τους πατέρας. Μετά δε καιρόν, όταν εξωδεύθησαν τα όσα είχεν, άρχισε να στερήται. Της προσεκολλήθησαν λοιπόν διεστραμμένοι άνθρωποι και της άλλαξαν την γνώμην από τον καλόν σκοπόν και άρχισε λοιπόν να ζη κακώς, ώστε να φτάση εις το να πορνεύη. Ήκουσαν δε οι πατέρες και ελυπήθησαν υπερβολικά και προσκαλέσαντες τον Αββάν Ιωάννην τον Κολοβόν, του λέγουν. Ότι ηκούσαμε δια την αδελφήν εκείνην, ότι ζη κακώς, και αυτή όταν ημπορούσε, έδειξεν εις ημάς την αγάπην της και τώρα ας δείξωμεν εις αυτήν την αγάπην και την βοηθήσωμεν. Λάβε λοιπόν τον κόπον να υπάγης εις αυτή και κατά την σοφίαν όπου σου έδωσεν ο Θεός, οικονόμησε τα κατ’αυτήν. Ήλθε λοιπόν ο Αββάς Ιωάννης προς αυτήν και λέγει εις την γραίαν την θυρωρόν : Μήνυσε με εις την κυρίαν σου. Η δε τον έδιωξε λέγουσα: Εσείς εξ αρχής κατεφάγετε τα όσα είχε και αυτή είναι πτωχή. Της λέγει ο Αββάς Ιωάννης : Είπε εις αυτήν διότι έχω να την ωφελήσω πολύ. Οι δε υπηρέται αυτής χαμογελώντες κρυφίως του λέγουν: Και τι έχεις να της δώσεις, όπου θέλεις να την συναντήσης; Ο δε απεκρίθη λέγων : Από που ηξεύρετε τι μέλλω να της δώσω; Αφού ανέβη λοιπόν η γραία, της είπε περί αυτού και της λέγει η νέα: Αυτοί οι μοναχοί πάντοτε περπατούν πλησίον της Ερυθράς Θάλασσης και ευρίσκουν μαργαριτάρια. Αφού λοιπόν εστολίσθη λέγει: Στέρξε να τον φέρης προς εμέ. Όταν λοιπόν ανέβη, προφθάσασα εκάθισεν εις την κλίνην. Ελθών δε ο Αββάς Ιωάννης εκάθισεν κοντά της και αφού προσήλωσε το βλέμμα του εις το πρόσωπον της, της λέγει: Τι εγνώρισες κατά του Ιησού και ήλθες εις αυτό; Ως ήκουσε δε, επάγωσεν όλη. Και κλίνων κάτω την κεφαλήν του ο Αββάς Ιωάννης, ήρχισεν να κλαίη δυνατά. Του λέγη αυτή: Αββά τι κλαίεις; Μόλις δε εσήκωσεν επάνω την κεφαλήν του, πάλι έγειρε κάτω κλαίων και της λέγει: Βλέπω ότι ο Σατανάς παίζει εις το πρόσωπόν σου και δεν θα κλαύσω; Ως ήκουσε δε, του λέγει: Υπάρχει μετάνοια Αββά; Της λέγει: Ναι. Του λέγη: Πάρε με όπου θέλεις. Της λέγει: Ας πηγαίνωμεν και εσηκώθη να τον ακολουθήση. Επρόσεξε δε ο Αββάς Ιωάννης ότι δεν εδιάταξεν ή ωμίλησε τίποτα δια τον οίκον της και εθαύμασεν. Όταν λοιπόν έφθασαν εις την έρημον, ενύκτωσε και αφού έκαμε με την άμμον μικρόν προσκέφαλον δι αυτήν και το εσταύρωσε, της λέγει: Κοιμήθου εδώ. Αφού δε έκαμε και δια τον εαυτόν του εις ολίγην απόστασιν και εξετέλεσε τας προσευχάς του, εξάπλωσε. Περί δε το μεσονύκτιον εξυπνήσας, βλέπει ένα δρόμον φωτεινόν στημένον από τον ουρανόν μέχρι αυτής και είδε τους αγγέλους του Θεού να φέρουν επάνω την ψυχήν της. Σηκωθείς λοιπόν επήγε και την εσκούντισε με το πόδι. Καθώς δε είδε ότι απέθανεν, έπεσεν με το πρόσωπο εις την γήν παρακαλών τον Θεόν και ήκουσεν ότι η μία ώρα της μετανοίας της έγινε δεκτή περισσότερον από μετάνοιαν πολλών όπου κάμνουν πολύν καιρόν και δεν δείχνουν την θερμότητα της τοιαύτης μετανοίας.

Ø  Είπεν ο Αββάς Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης: Η φοβερά και πάντολμος επιθυμία της φιλαργυρίας όπου δεν γνωρίζει χορτασμόν, σπρώχνει την κυριευθείσαν ψυχήν εις το άκρον των κακών. Λοιπόν προ πάντων αυτήν από την αρχήν ας διώξωμεν, διότι αν κυριεύση, θα είναι ανίκητος.

Ø  Είπεν ο Αββάς Ισαάκ ο πρεσβύτερος των κελλίων: Όταν ήμουν νέος, εκατοικούσα με τον Αββάν Κρόνιον και ουδέποτε μου είπε να κάμω μια δουλειά, αν και ήτο γέρων και έτρεμε. Αλλά ο ίδιος εσηκώνετο και έδιδε το μπουκάλι εις εμέ και εις όλους επίσης. Και με τον Αββάν Θεόδωρον της Φέρμης εκατοίκησα και ούτε αυτός μου έλεγε να κάμω τίποτε. Αλλά και το τραπέζι ο ίδιος έβαλλε και έλεγεν: Αδελφέ, εάν θέλης, έλα φάγε. Εγώ δε έλεγα εις αυτόν: Αββά, ήλθα κοντά σου δια να ωφεληθώ και μου πως δεν λέγεις να κάμω τίποτε;; Ο δε γέρων πάντοτε εσιώπα. Και επήγα και το είπα εις τους γέροντας και ελθόντες οι γέροντες εις αυτόν, του είπαν: Αββά, ο αδελφός ήλθεν εις την αγιοσύνην δια να ωφεληθή και διατί δεν του λέγεις να κάμη τίποτε;; Και τους λέγει ο γέρων: Μήπως είμαι κοινοβιάρχης, δια να τον διατάξω; Εγώ πάντως δεν του λέγω τίποτα αλλά εάν θέλη, ότι με βλέπει να κάμνω, να κάμη και αυτός. Από τότε λοιπόν επρολάμβανα και έκαμνα, ότι επρόκειτο να κάμη ο γέρων. Αυτός δε ότι έκαμνε, το έκαμνε εν σιωπή και τούτο με εδίδαξε. Το να κάμνω με σιωπήν.  

Ø  Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββάν Ιωσήφ του εις Πανεφώ: Τι να κάμω; Διότι δεν μπορώ ούτε πολλήν κακοπάθειαν να υπομείνω, ούτε να εργασθώ και δώσω ελεημοσύνην.  Του λέγει ο γέρων. Εάν δεν μπορής να κάμης κανένα από αυτά, τουλάχιστον πρόσεξε την συνείδησίν σου από τον πλησίον σου από κάθε κακόν και σώζεσαι.

Ø  Ο Αββάς Ποιμήν ηρώτησε τον Αββάν Ιωσήφ του εις Πανεφώ, λέγων : Τι να κάμω όταν πλησιάζουν τα πάθη; Να αντισταθώ εις αυτά ή να αφήσω να εισέλθουν; Του λέγει ο γέρων: Άφησε τα να εισέλθουν και πολέμησε μαζί τους. Επιστρέψας λοιπόν εις την Σκήτιν, εκάθετο και ελθών ένας Θηβαίος εις την Σκήτιν, έλεγεν εις τους αδελφούς, ότι ηρώτησα τον Αββάν Ιωσήφ, λέγων: Εάν με πλησιάζη πάθος να αντισταθώ εις αυτό, ή να το αφήσω να εισέλθη; Και μου είπε: Μη αφήσης διόλου να εισέλθουν τα πάθη αλλά αμέσως κόψε τα. Ακούσας δε ο Αββάς Ποιμήν, ότι έτσι είπεν εις τον Θηβαίον ο Αββάς Ιωσήφ, εσηκώθη και επήγεν εις αυτόν εις Πανεφώ και του λέγει: Αββά, εγώ σου εμπιστεύθηκα τους λογισμούς μου και να, άλλως πως είπες εις εμέ και άλλως πω εις τον Θηβαίον. Του λέγει ο γέρων: Δεν γνωρίζεις ότι σε αγαπώ; Και είπε: Ναι, δεν μου έλεγες εσύ όπως εις τον εαυτόν ειπέ μου; Και είπεν: Έτσι είναι του λέγει ο γέρων. Διότι αν εισέλθουν τα πάθη και δώσης και πάρης με αυτά, σε κάμνουν περισσότερο άξιον. Εγώ δε σου ωμίλησα όπως εις τον εαυτόν μου. Είναι δε άλλοι, εις τους οποίους δεν συμφέρει ούτε να πλησιάσουν τα πάθη αλλά έχουν ανάγκη να τα κόψουν αμέσως.

Ø  Είπεν ο Αββάς Ιάκωβος: Δεν είναι ανάγκη από λόγους μόνον διότι είναι πολλοί λόγοι εις τους ανθρώπους εις τον καιρόν τούτον, αλλά είναι ανάγκη έργων διότι αυτά είναι το ζητούμενον και όχι λόγοι, οι οποίοι δεν έχουν καρπόν.

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ part 8

 

Ø  Ηρώτησεν ο Αββάς Αβραάμ ο Ιβήρ τον Αββάν Θεόδωρον τον Ελευθεροπουλίτην λέγων: Πως είναι καλόν πάτερ;; Τιμήν να ζητήσω να αποκτήσω εις τον εαυτόν μου ή καταφρόνησιν; Ο δε γέρων λέγει: Εν τοσούτω εγώ θέλω να αποκτήσω τιμήν, παρά καταφρόνησιν διότι εάν κάμω καλά έργα και δοξασθώ, ημπορώ να καταδικάσω τον λογισμόν μου ότι δεν είμαι άξιος δια αυτήν την δόξαν. Η δε καταφρόνησις από κακάς πράξεις γίνεται. Πως λοιπόν θα ημπορέσω να παρηγορήσω την καρδίαν μου, όταν σκανδαλισθούν από εμέ οι άνθρωποι; Καλύτερα λοιπόν να κάμνωμεν το καλόν και να μας τιμούν. Ο δε Αββάς Αβραάμ είπε. Καλά είπες πάτερ.

Ø  Είπεν ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός, ότι εάν ένας βασιλεύς θελήση να καταλάβει πόλιν των εχθρών, κόπτει πρώτα το νερόν και τα τρόφιμα, και έτσι οι εχθροί αφανιζόμενοι από την πείναν, υποτάσσονται εις αυτόν. Έτσι και τα πάθη της σαρκός. Εάν με νηστείαν και πείναν ζη ο άνθρωπος, οι εχθροί εξασθενίζουν από την ψυχήν του.

Ø  Είπεν ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός, ότι ομοιάζω με άνθρωπον ο οποίος κάθεται κάτω από μεγάλο δένδρον και βλέπει θηρία πολλά και ερπετά να έρχωνται επάνω του και όταν δεν μπορεί να σταθή εναντίον των, τρέχει επάνω εις το δένδρον και σώζεται. Έτσι και εγώ. Κάθομαι εις το κελλίον μου και βλέπω τους κακούς λογισμούς να έρχωνται εναντίον μου και όταν δεν ημπορέσω να τους νικήσω, καταφεύγω εις τον Θεόν με την προσευχήν και σώζομαι από τον εχθρόν.

Ø  Έλεγε δε και πάλιν εις τον αδελφόν ο γέρων Ιωάννης ο Κολοβός δια την ψυχήν όπου θέλει να μετανοήση. Ήτο μια πόρνη ωραία εις μιαν πόλιν και είχε πολλούς φίλους. Ελθών δε εις αυτήν ένας άρχων, της είπεν: Υποσχέθου μου ότι θα είσαι σώφρων, και εγώ σε παίρνω γυναίκα. Η δε του υπεσχέθη. Και λαβών αυτήν την επήρεν εις τον οίκον του. Οι δε φίλοι της, ζητούντες αυτήν, έλεγαν ο τάδε άρχων την επήρεν εις τον οίκον του. εάν λοιπόν υπάγωμεν εις την θύραν του οίκου του και το μάθη, θα μας τιμωρήση. Αλλά ελάτε όπισθεν της οικίας και θα της σφυρίξωμεν και σαν γνωρίζει την φωνήν του σφυρίγματος, κατεβαίνει εις εμάς και εμείς μένομεν ανεύθυνοι. Καθώς ήκουσε λοιπόν το σφύριγμα, έκλεισε σφικτά τα ώτα της και έτρεξεν εις τον θάλαμον όπου ήτο πιο βαθειά και έκλεισε τας θύρας. Έλεγε δε, ότι πόρνη είναι η ψυχή. Οι δε φίλοι της είναι τα πάθη και οι άνθρωποι. Ο δε άρχων είναι ο Χριστός. Η δε οικία όπου είναι πιο μέσα. Η αιώνια κατοικία. Οι δε σφυρίζοντες εις αυτήν είναι  οι πονηροί δαίμονες. Αυτή δε διαπαντός καταφεύγει εις τον Κύριον.

Ø  Είπεν ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός. Αφήσαντες τον ελαφρόν φορτίον, δηλαδή το να κατηγορώμεν τον εαυτόν μας, το βαρύ εσηκώσαμεν. Δηλαδή το να δικαιώνωμεν τον εαυτόν μας.

Ø  Ηρώτησεν ένας εκ των πατέρων τον Αββάν Ιωάννην τον Κολοβόν: Τι είναι μοναχός; Ο δε είπε: Κόπος. Διότι ο μοναχός εις παν έργον κοπιάζει. Έτσι είναι ο μοναχός.

Ø  Έλεγεν ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός: Δεν είναι δυνατόν να κτίση κανείς τον οίκον από το θεμέλιον προς τα άνω. Του λέγουν: Ποια είναι η σημασία αυτού του λόγου; Τους λέγει: Το θεμέλιον είναι ο πλησίον. Δια να τον κερδήσης και ωφελείσαι πρώτος διότι εις αυτόν κρέμονται όλαι αι εντολαί του Χριστού.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ part 7

 

Ø  Διηγήθη ο Αββάς Δανιήλ, ότι όταν ήτο εις την Σκήτιν ο Αββάς Αντώνιος, ήτο εκεί ένας μοναχός όπου έκλεπτε τα αγγεία των γερόντων και τον επήρε ο Αββάς Αρσένιος εις το κελλί του, θέλων να σώση αυτόν και τους γέροντες να αναπαύση ψυχικώς. Και του λέγει: Ότι και αν θέλης, εγώ σου δίδω. Μόνον μη κλέψης και του έδωσε χρυσάφι και χρήμα και φορέματα και εχρειάζετο. Πηγαίνων δε, πάλιν έκλεπτε. Ιδόντες ποιπόν οι γέροντες, ότι δεν έπαυσε, τον εδίωξαν, λέγοντες ότι εάν ευρέθη αδελφός να έχη ελάττωμα πρέπει να τον υπομένετε. Εάν δε κλέπτη και μετά από νουθεσίαν δεν παύει, διώξατέ τον διότι και την ψυχήν του ζημιώνει και όλους όπου κατοικούν εις τον τόπον τους ταράσσει.

Ø  Διηγήθη ο Αββάς Δανιήλ ο από την Φάραν, ότι είπεν ο πατήρ ημών, ο Αββάς Αρσένιος δια κάποιον σκητιώτην, ότι κατά την πράξιν ήτο μέγας, εις δε την πίστιν απλοϊκός και έσφαλλεν από άγνοιαν και έλεγεν: Δεν είναι πραγματικώς ο άρτος τον οποίον μεταλαμβάνομεν σώμα Χριστού αλλά αντίτυπον. Και ήκουσαν δύο γέροντες ότι λέγει αυτόν τον λόγον, και γνωρίζοντες ότι ήτο μέγας εις την αρετήν, εσκέφθησαν ότι με ακακίαν και απλότητα λέγει και ήλθαν προς αυτόν και του λέγουν: Αββά, ακούσαμεν δια κάποιον λόγον άπιστον. Διότι λέγει ότι ο άρτος όπου μεταλαμβάνομεν δεν είναι πραγματικώς σώμα Χριστού αλλά είναι αντίτυπον. Λέγει ο γέρων: Εγώ είμαι όπου λέγω αυτό. Οι δε τον παρακαλούσαν λέγοντες, μη πιστεύης έτσι Αββά αλλά όπως παρέδωσεν η καθολική εκκλησία διότι ημείς πιστεύομεν, ότι αυτός ο άρτος, σώμα είναι του Χριστού και το ποτήριον αυτό είναι το αίμα του Χριστού κατά αλήθειαν και όχι αντίτυπον. Αλλά όπως εις την αρχήν αφού έλαβε χώμα από την γήν έπλασε τον άνθρωπον κατ’ εικόνα του, και δεν ημπορεί κανείς να είπη ότι δεν είναι εικόνα του Θεού, αν και είναι ακατανόητος έτσι ο άρτος, τον οποίον είπεν ότι σώμα μου είναι, πιστεύομεν ότι αυτός κατά αλήθειαν σώμα είναι Χριστού. Ο δε γέρων είπεν εάν δεν πεισθώ από γεγονός, δεν βεβαιώνομαι. Οι δε του είπαν. Ας παρακαλέσωμεν τον Θεόν την εβδομάδα αυτήν δια το μυστήριον τούτο, και πιστεύομεν ότι ο Θεός θα μας φανερώση. Ο δε γέρων μετά χαράς εδέχθη τούτο και παρεκάλει τον Θεόν, λέγων. Κύριε συ γνωρίζεις ότι όχι από κακίαν απιστώ αλλά δια να πλανηθώ από άγνοιαν, φανέρωσε μοι Κύριε Ιησού Χριστέ. Αφού δε επήγαν εις τα κελλία των οι γέροντες, παρεκάλουν τον Θεόν και αυτοί, λέγοντες: Κύριε Ιησού Χριστέ, φανέρωσε εις τον γέροντα το μυστήριον τούτο, δια να πιστεύση και μη χάση τον κόπο του. Και εισήκουσεν ο Θεός και των δύο και αφού συνεπληρώθη η εβδομάδα, ήλθον την Κυριακήν εις την εκκλησίαν, και εστάθησαν μαζί οι τρεις μόνοι εις ένα μαξιλάρι, εις το μέσον δε ήτο ο γέρων. Ηνοίχθησαν δε αυτών οι οφθαλμοί και όταν ετέθη ο άρτος εις την Αγίαν Τράπεζαν, εφαίνετο μόνο εις τους τρείς ωσάν παιδίον και καθώς άπλωσεν ο ιερεύς το χέρι να κόψη τον άρτον, ιδού άγγελος Κυρίου κατέβη από τον ουρανόν  κρατών μαχαίρι και έσφαξε το παιδίον και άδειασε το αίμα του εις το ποτήριον. Όταν δε έκοψεν ο ιερεύς εις μικράν τεμάχια τον άρτον, και ο άγγελος έκοπτεν από το παιδίον μικρά μέρη και όταν προσήλθον να λάβουν από άγια, εδόθη εις τον γέροντα μόνον κρέας κρέας αιματωμένον. Και ιδών εφοβήθη και εφώναξε λέγων: Πιστεύω Κύριε, ότι ο άρτος σώμα σου είναι και το ποτήριον αίμα σου είναι. Και αμέσως το εις το χέρι του κρέας έγινεν άρτος κατά το μυστήριον εμετάλαβεν ευχαριστών τον Θεόν. Και του λέγουν οι γέροντες: Ο Θεός γνωρίζει την ανθρώπινη φύσιν ότι δεν μπορεί να φάγη κρέατα ωμά και δια τούτον μετέβαλε το σώμα του εις άρτον και το αίμα του εις οίνον, εις τους δεχομένους με πίστιν. Και ευχαρίστησαν τον Θεόν δια τον γέροντα, ότι δεν άφησε να χάση τους κόπους του και ανεχώρησαν οι τρεις μετά χαράς εις τα κελλία των.

Ø  Ενώ περνούσεν ο Άγιος Εφραίμ, εξ ενεργείας κάποιου, έρχεται μια πόρνη να τον κολακεύη εις αισχράν μίξιν ή καν να τον κινήση εις θυμόν, διότι ουδέποτε τον είδε κανείς να οργίζεται. Και λέγει προς αυτήν. Ακολούθησε με. Αφού δε επλησίασε εις τόπον όπου ήτο κόσμος πολύς, της είπεν: Εις τον τόπον τούτον έλα καθώς ηθέλησες. Εκείνη δε, ιδούσα τον κόσμον του λέγει: Πως ημπορούμε να κάμωμεν τούτο, μπροστά σε τόσον κόσμον και να μη εντρεπώμεθα; Ο δε της λέγει: Εάν εντρεπώμεθα τους ανθρώπους πολύ περισσότερον  οφείλομεν να εντραπώμεν τον Θεόν, ο οποίος εξετάζει τα γινόμενα κρυφίως εις το σκότος. Η δε εντραπείσα, έφυγεν άπρακτος.

Ø  Είπεν ο Αββάς Ευάγριος: Είναι μεν μεγάλο κατόρθωμα το να προσεύχεται κανείς χωρίς περισπασμόν του νού. Μεγαλύτερον δε και το να ψάλλη χωρίς περισπασμόν.

Ø  Είπεν ο Αββάς Ζήνων: Εκείνος όπου θέλει να εισακούση ταχέως ο Θεός την προσευχήν του, όταν σηκώση και απλώση τα χέρια του προς τον Θεόν, πριν από όλα και πριν την ιδικήν του ψυχήν ας προσευχηθή από καρδίας υπέρ των εχθρών του και με αυτό το κατόρθωμα, ότι παρακαλέσει τον Θεόν, τον ακούει.

Ø  Είπεν ο Αββάς Θεόδωρος ο εις την Σκήτιν: Έρχεται ο λογισμός και με ταράσσει και με απασχολεί και την πράξιν δεν ημπορεί να κάμη αλλά μόνον εμποδίζει από το να κάνω την αρετήν. Ο δε προσεκτικός άνθρωπος τον αποτινάζει και σηκώνεται εις προσευχήν.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ part 6

 

Ø  Επεσκέφθησαν κάποτε τρεις γέροντες τον Αββάν Αχιλλάν, και ο ένας από αυτούς είχε κακήν φήμην. Είπε δε εις αυτόν ένας από γέροντας: Αββά, κάμε μου ένα δίκτυον. Ο δε είπε: Δεν κάμνω. Και ο άλλος είπε: κάμε αγάπην, δια να έχωμεν ενθύμησιν σου εις την Μονήν. Ο δε είπε: Δεν ευκαιρώ. Του λέγει ο άλλος όπου είχε την κακήν φήμην. Εις εμέ κάμε ένα δίκτυον διά να έχω από τα χέρια του Αββά. Ο δε αποκριθείς αμέσως του είπεν: Εγώ να σου κάμω. Και του είπαν ιδιαιτέρως οι δύο γέροντες: Πως ημείς σε παρακαλέσαμεν και δεν εθέλησας να μας κάμης και εις αυτόν είπες «εγώ να σου κάμω»; Τους λέγει ο γέρων: Σας είπα, δεν κάμω, και δεν ελυπηθήκατε, διότι δεν ευκαιρώ. Εις αυτόν δε εάν κάμω, θα ειπή ότι δια την αμαρτίαν μου επειδή ήκουσεν ο γέρων, δεν ηθέλησε να κάμη και αμέσως κόπτομεν το σχοινί. Παρεκίνησα λοιπόν την ψυχήν του, δια να μη κυριευθή από την λύπην ο τοιούτος.


Ø  Ο Αββάς Αγάθων όταν έβλεπε κάποιο πράγμα και ήθελεν ο λογισμός του να κρίνη, έλεγεν εις τον εαυτόν του: Αγάθων, μην το κάμης αυτό εσύ. Και ο λογισμός του ησύχαζεν.



Ø  Έλεγαν δια κάποιον γέροντα ότι έκαμε πενηντα χρόνια, χωρίς να φάγη άρτον ή να πιή οίνον ταχέως και έλεγεν ότι εφόνευσα την πορνείαν και την φιλαργυρίαν και την κενοδοξίαν. Και ήλθεν εις αυτόν ο Αββάς Αβραάμ, ακούσας ότι είπεν αυτό και του λέγει: Συ είπες αυτόν τον λόγον; Και λέγει ναι. Και του είπεν ο Αββάς Αβραάμ. Ιδού εισέρχεσαι εις το κελλίον σου και ευρίσκεις εις το ψαθί σου γυναίκα, ημπορείς να λογαριάσεις ότι δεν είναι γυναίκα; Λέγει όχι αλλά πολεμώ τον λογισμόν, να μη την εγγίσω. Λέγει λοιπόν ο Αββάς Αβραάμ ιδού δεν εφόνευσες, αλλά ζη το πάθος, εδέθη δε. Πάλιν ενώ περπατείς βλέπεις πέτρες και κομμάτια κεραμίδια, μέσα δε εις αυτά χρυσάφι, ημπορεί ο νους να το λογαριάση όπως και αυτά; Λέγει: Όχι. Αλλά πολεμώ τον λογισμόν να μη το πάρη. Και του λέγει ο γέρων: Ιδού ζης το πάθος αλλά εδέθη. Λέγει πάλιν ο Αββάς Αβραάμ: Ιδού ακούεις δύο αδελφούς, ότι ο ένας αγαπά σε, ο δε άλλος μισεί σε και σε κατηγορεί: Εάν έλθουν εις εσένα, έχεις και τους δύο εξίσου; Λέγει: όχι, αλλά αγωνίζομαι να κάμω καλόν εις εκείνον όπου με μισεί, καθώς και εις εκείνον όπου με αγαπά. Του λέγει ο Αββάς Αβραάμ: Ώστε λοιπόν ζουν τα πάθη, μόνο δε δένονται από τους αγίους.



Ø  Έλεγεν ο Αββάς Δουλάς, ο μαθητής του Αββά Βησσαρίωνος, ότι ενώ επεριπατούσαμεν κάποτε εις όχθην της θαλάσσης εδίψασα και είπον εις τον Αββάν Βησσαρίωνα: Αββά, διψώ πολύ και αφού έκαμε προσευχήν ο γέρων, μου λέγει: Πίε από τη θάλασσα και εγλύκανε το νερόν και έπια. Εγώ δε επήρα εις το αγγείον, μήπως παρεκεί διψάσω και καθώς είδεν ο γέρων μου λέγει: Διατί επήρες νερόν; Του λέγω: Συγχώρησε με, μήπως παρεκεί διψάσω. Και είπεν ο γέρων: Ο Θεός εδώ, και παντού Θεός. 


Ø  Είπεν ο Αββάς Γρηγόριος ο Θεολόγος: Αυτά τα τρία απαιτεί ο Θεός από κάθε άνθρωπον που έχει το Άγιον Βάπτισμα. Πίστιν ορθήν από την ψυχήν, και αλήθεια από την γλώσσαν και σωφροσύνην από το σώμα.


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ part 5

 

Ø  Ηρώτησεν ο Αββάς Λογγίνος τον Αββάν Λούκιον κάποτε τρεις λογισμούς λέγων : Θέλω να υπάγω εις ξένον τόπον του λέγει ο Γέρων. Εάν δεν κρατήσης την γλώσσαν σου, δεν είσαι ξένος, όπου και αν υπάγης και εδώ λοιπόν κράτησε τη γλώσσα σου και ξένος είσαι. Του λέγει πάλιν: Θέλω να νηστεύσω. Απεκρίθη ο Γέρων : Είπεν ο Προφήτης Ησαϊας: Εάν στρίψης τον τράχηλόν ωσάν σιδερένιο βαχιόλι και κρίκον, ούτε έτσι θα ονομασθή νηστεία δεκτή αλλά μάλλον κράτησε τους κακούς λογισμούς. Του λέγει το τρίτον: Θέλω να φύγω μακρυά από τους ανθρώπους.  Ο Γέρων απεκρίθη : Εάν δεν κατορθώσεις αρετήν μαζί με τους ανθρώπους, ούτε καταμόνας ημπορείς να κατορθώσης.

 

Ø  Έλεγαν περί του Αββά Αρσενίου, ότι όταν κάποτε αρρώστησεν εις την Σκήτιν, επήγεν ο ιερεύς και τον έφερεν είς την εκκλησίαν και τον έβαλεν εις χαλί και μικρόν προσκέφαλον εις την κεφαλήν του. Και να ένας γέρων ήλθε να τον επισκεφθή και βλέπων αυτόν εις το χαλί και το προσκέφαλον υποκάτω του, εσκανδαλίσθη και είπεν: Αυτός είναι ο Αρσένιος; Και εις τέτοια ξαπλώνει; Παίρνοντας τον δε ο ιερεύς ιδιαιτέρως του λέγει: Ποια ήτο η εργασία σου εις το χωρίον σου; Ο δε είπε: Βοσκός ήμουν. Πως λοιπόν, λέγει, επερνούσες τον βίον σου; Ο δε είπε: Με πολύν κόπον επερνούσα. Και του λέγει: Τώρα πως περνάς εις το κελλίον; Ο δε είπε: Μάλλον αναπαύομαι. Και του λέγει: Βλέπεις τούτον  τον Αββάν Αρσένιον; Πατέρας βασιλέων ήτο εις τον κόσμον και χίλιοι δούλοι με χρυσάς ζώνας και όπου όλοι εφορούσαν περιδέραια και ολομέταξα του παρεστέκοντο και πολύτιμα στρώματα ήσαν από κάτω του. Συ δε όπου ήσουν βοσκός, δεν είχες εις τον κόσμον την ανάπαυσιν όπου έχεις τώρα και αυτός την πολυτέλειαν όπου είχεν εις τον κόσμον. Εδώ δεν έχει. Να λοιπόν, εσύ αναπαύεσαι, και εκείνος ταλαιπωρείται. Ο δε ως ήκουσεν αυτά εκατανύχθη και έβαλε μετάνοιαν, λέγων: Συγχώρεσε με Αββά, αμάρτησα. Διότι αληθινά αυτός είναι ο αληθινός δρόμος, διότι αυτός είναι ο αληθινός δρόμος, διότι αυτός ήλθεν εις ταπεινότητα, εγώ δε εις ανάπαυσιν και ωφεληθείς ο γέρων ανεχώρησεν.


Ø  Ηρώτησαν τον Αββάν Αγάθωνα: Ποία αρετή είναι, πάτερ, μεταξύ των πνευματικών αγώνων, η οποία έχει περισσότερον κόπον; Τους λέγει: Συγχωρήσατε με, νομίζω ότι δεν είναι άλλος κόπος ωσάν το να προσευχηθή κανείς εις τον Θεόν διότι πάντοτε όταν θέλει ο άνθρωπος να προσευχηθή, θέλουν οι δαίμονες να τον εμποδίσουν. Διότι γνωρίζουν ότι από τίποτε άλλο δεν εμποδίζονται, παρά μόνον από το να προσευχηθή κανείς εις τον Θεόν. Και κάθε αγώνα δε εις τον οποίον καταγίνεται ο άνθρωπος όταν επιμένη εις αυτόν, ευρίσκει ανάπαυσιν. Το δε να προσευχηθή, μέχρι τελευταίας αναπνοής χρειάζεται αγώνα.


Ø  Είπεν ο Αββάς Αγάθων: Ο θυμώδης άνθρωπος και νεκρόν αν αναστήση, δεν είναι δεκτός εις τον Θεόν.


Ø  Έμβηκεν κάποτε ο Αββάς Αγάθων εις την πόλιν δια να πωλήση ολίγα αγγεία, και ευρίσκει ένα λεπρόν πλησίον του δρόμου. Που πηγαίνεις;  Του λέγει ο Αββάς Αγάθων: Εις την πόλιν δια να πωλήσω αγγεία. Του λέγει: Κάμε αγάπην και πάρε με εκεί και τον εσήκωσε και τον μετέφερεν εις την πόλιν. Του λέγει: Εκεί όπου πωλείς τα αγγεία, εκεί βάλε με. Έκαμε έτσι. Και όταν επώλησεν ένα αγγείον, του έλεγεν ο λεπρός: Πόσο το επώλησες αυτό; Και έλεγεν τόσον. Και του έλεγεν. Αγόρασε μου πήτταν και αγόραζε. Και πάλιν επωλούσεν  άλλο αγγείον και έλεγε. Και τούτο πόσα; Και έλεγε. Τόσον. Και του έλεγεν. Αγόρασε μου το τάδε πράγμα. Και του αγόραζε. Μετά λοιπόν όπου επώλησεν όλα τα αγγεία και ήθελε να φύγη, του λέγει ο λεπρός: Πηγαίνεις; Και του λέγει: Ναι. Και λέγει: Κάμε πάλιν αγάπην, και πάρε με όπου με ηύρες. Και τον εσήκωσε και τον έφερεν εις τον τόπον του. και του λέγει. Ευλογημένος είσαι Αγάθων από τον Κύριον εις τον ουρανόν και εις την γην και σηκώσας τους οθφαλμούς του, δεν είδε κανένα διότι ήτο άγγελος Κυρίου ο οποίος ήλθε να τον δοκιμάση.

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2025

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ part 4

 

Ø  Είπεν ο Αββάς Αντώνιος: Γνωρίζω μοναχούς οι οποίοι μετά από πολλούς κόπους εξέπεσαν και έφθασαν εις παραφροσύνην, δια το ότι ήλπισαν εις τον ιδικό των αγώνα και με τον λανθασμένον συλλογισμόν καταφρόνησαν την εντολήν εκείνου όπου είπεν: Επερώτησε τον πατέρα σου και θα σε πληροφορήση. 


Ø  Επεσκέφθη κάποτε ο μακάριος Θεόφιλος ο αρχιεπίσκοπος τον Αββάν Αρσένιον, μαζί με κάποιον εξουσιαστήν. Ηρώτα δε τον γέροντα δια ν’ ακούσουν από αυτόν λόγον ωφελείας. Και αφού εσιώπησεν ολίγον ο γέρων απεκρίθη εις αυτόν: Και αν εάν σας ειπώ, θα τηρήσετε; Οι δε υπεσχέθησαν ότι θα τηρήσουν. Και τους είπε ο γέρων: Όπου αν ακούσετε ότι είναι ο Αρσένιος, μη πλησιάσετε.


Ø  Είπεν ο Αββάς Δανιήλ ότι μας διηγήθη ο Αββάς Αρσένιος, τάχα διά κάποιον άλλον όμως δε αυτός ήτο. Ότι ενώ εκάθετο ένας γέρων εις το κελλίον του, του ήλθε φωνή όπου έλεγεν: Έλα και θα σου δείξω τα έργα των ανθρώπων. Και σηκωθείς εβγήκεν έξω και τον έφερεν εις ένα τόπον, και έδειξεν ένα Αιθίοπα ο οποίος έκοπτε ξύλα, και έκαμε μεγάλο φορτίον. Εδοκίμαζε δε να το σηκώση και δεν ημπορούσε και αντί να αφαιρέση από αυτό, πάλιν έκοπτε ξύλα και επρόσθετεν εις το φορτίον και τούτο έκαμνε πολύν καιρόν. Και αφού επροχώρησεν ολίγον, του έδειξεν άνθρωπον ο οποίος εστέκετο επάνω από πηγάδι, και έβγαζε νερόν από αυτό και το έβαλλεν εις δεξαμενήν τρυπημένην και το ίδιον νερόν χύνετο εις το πηγάδι. Και του λέγει πάλιν: Έλα να σου δείξω άλλο. Και βλέπει ναόν των ειδώλων και δύο άνδρας οι οποίοι εκάθοντο εις άλογα και εκρατούσαν ξύλον πλαγίως, ο ένας απέναντι του άλλου. Ήθελαν δε να έμβουν δια της θύρας και δεν ημπορούσαν, διότι το ξύλον ήτο πλάγιον και δεν εταπεινώθη ο ένας όπισθεν του άλλου, δια να φέρη το ξύλον κατ’ ευθείαν και δια τούτο έμειναν έξω από την θύραν. Αυτοί είναι λέγει, εκείνοι όπου κρατούν ωσάν ζυγόν δικαιοσύνης με υπερηφάνειαν και δεν εταπεινώθησαν δια να διορθώσουν τους εαυτούς των και περιπατήσουν την ταπεινήν οδόν του Χριστού δια τούτο και μένουν έξω από τη βασιλεία του Θεού. Εκείνος δε, όπου κόπτει ξύλα είναι άνθρωπος με αμαρτίες πολλές και αντί να μετανοήση, άλλας παρανομίας προσθέτει επάνω εις τας αμαρτίας του. Και εκείνος όπου εβγάζει τον νερόν, είναι άνθρωπος όπου κάμνει μεν έργα καλά. Επειδή όμως είχε ανακατωμένα εις αυτά και κακά, με αυτό έχασε τα καλά του έργα. Πρέπει λοιπόν να προσέχη πας άνθρωπος εις τα έργα του, δια να μη κοπιάση ματαίως.


Ø  Έλεγεν ο Αββάς Δανιήλ, ότι όταν έμελλε να κοιμηθή, μας παρήγγειλε, λέγων:  Μη φροντίσετε να κάμετε τραπέζια ελεημοσύνης δι εμέ. Διότι εάν εγώ έκαμα δια τον εαυτόν μου ελεημοσύνην, αυτήν έχω να εύρω.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ part 3

  

Ø  Ένας αδελφός είπεν εις τον Αββάν Αντώνιον: Προσευχήθου υπέρ εμού. Του λέγει ο γέρων: Ούτε εγώ σε ελεώ, ούτε ο Θεός, εάν συ ο ίδιος δεν προσπαθήσης, και ζητήσης από τον Θεόν.


Ø  Επεσκέφθησαν κάποτε μερικοί γέροντες τον Αββάν Αντώνιον και ήτο ο Αββάς Ιωσήφ μαζί του. Και θέλων ο γέρων να τους δοκιμάση, επρόβαλεν ένα ρητόν της Αγίας Γραφής, και άρχισε να ερώτα από τους μικρότερους, τι σημασίαν έχει τον ρητόν τούτο. Και καθένας έλεγε κατά την δύναμίν του.Ο δε γέρων έλεγε εις τον καθένα: «Ακόμα δεν ηύρες». Ύστερα από όλους, λέγει εις τον Αββάν Ιωσήφ: «Συ πως λέγεις εις τον λόγον τούτον;» Και αποκρίνεται εκείνος: «Δεν ηξεύρω». Λέγει λοιπόν Ο Αββάς Αντώνιος: «Εξάπαντος ο Αββάς Ιωσήφ, ηύρε τον δρόμον διότι είπε, δεν ηξεύρω.»


Ø  Επεσκέφθησαν μερικοί αδελφοί τον Αββάν Αντώνιον, και του λέγουν: Ειπέ μας λόγον, πώς να σωθώμεν; Τους λέγει ο γέρων: Ακούσατε τον Αγίαν Γραφήν; Είναι αρκετή δια σας. Οι δε είπαν: Θέλομεν ν’ ακούσωμεν και από σε πάτερ. Είπε δε εις αυτούς ο γέρων: Λέγει το Ευαγγέλιον: Εάν σε ραπίσει κανείς εις την δεξιάν παρειάν, στρέψε εις αυτόν και την άλλην. Του λέγουν: Δεν ημπορούμε τούτο να το κάμωμε. Τους λέγει ο γέρων: Εάν δεν ημπορείτε να στρέψετε και την άλλην, υπομείνατε  τουλάχιστον την μίαν. Του λέγουν: Ούτε τούτο ημπορούμε. Λέγει ο γέρων: Εάν ούτε τούτο ημπορείτε, μη ανταποδώσετε δι’ εκείνην οπου ελάβετε. Και είπαν: Ούτε τούτο ημπορούμε. Λέγει λοιπόν ο γέρων εις τον μαθητήν του: Κάμε τους ολίγη σούπα μπληγούρι διότι είναι άρρωστοι. Και τους λέγει: Εάν τούτο δεν ημπορείτε, και εκείνο δεν θέλετε, τι να σας κάμω; Ευχαί χρειάζονται.


Ø  Είπεν ο Αββάς Αντώνιος: Εκείνος που κτυπά τη μάζαν του σιδήρου, πρώτα σκέπτεται κατά νουν τι μέλλει να κατασκευάση: Δρεπάνι, μαχαίρι, τσεκούρι. Έτσι και ημείς, οφείλομεν να συλλογιζόμεθα ποίαν αρετήν θέλομεν ν’ αποκτήσωμεν, δια να μη κοπιάσωμεν ματαίως.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ part 2

 

Ø  Ο Άγιος Αββάς Αντώνιος, ενώ εκάθετο κάποτε εις την έρημον, ήλθεν εις αμέλειας και πολλήν σκότισιν λογισμών και έλεγεν εις τον Θεόν: Κύριε, θέλω να σωθώ και δεν με αφήνουν οι λογισμοί. Τι να κάμω εις την στενοχώριαν μου; Πώς να σωθώ;;;

Και σηκωθείς ολίγον προς τα έξω, βλέπει κάποιον ο Αντώνιος ωσάν τον εαυτό του, ο οποίος εκάθετο και εργάζετο. Κατόπιν εσηκώνετο από το έργον και προσήυχετο και πάλιν εκάθετο και έπλεκε το σχοινί.

Ύστερα πάλιν εσηκώνετο εις προσευχήν. Ήτο δε Άγγελος Κυρίου ο οποίος εστάλη δια τη διόρθωσιν και ασφάλειαν του Αντωνίου και ήκουσε τον Άγγελον να λέγη:

Έτσι κάμνε και σώζεσαι. Ο δε ήκουσε τούτο, έλαβε πολλήν χαράν και θάρρος. Και έτσι έκαμνε και εσώζετο.



Ø  Ηρώτησεν ο Αββάς Παμβώ τον Αββάν Αντώνιον: Τι να κάμω; Του λέγει ο γέρων : Μη έχεις πεποίθησιν εις τη δικαιοσύνη σου, μήτε να μετανοιώσης δια πράγμα όπου πέρασε και γίνε εγκρατής εις την γλώσσαν και την κοιλίαν



Ø  Ήτο δε κάποιος εις την έρημον, ο οποίος εκυνηγούσεν άγρια ζωα, και είδε τον Αββάν Αντώνιον να χαριεντίζεται με τους αδελφούς και εσκανδαλίσθη. Θέλων δε ο γέρων να πληροφορήση την καρδίαν του, ότι χρειάζεται ενίοτε να συγκαταβαίνωμεν με τους αδελφούς, του λέγει: Βάλε βέλος εις το τόξο σου και τέντωσε το. Και έκαμεν έτσι. Του λέγει: Τέντωσε ακόμη. Και ετέντωσε. Και πάλι λέγει: Τέντωσε. Του λέγει ο κυνηγός: Εάν  τεντώσω υπέρ το μέτρον, σπάζει το τόξον. Λέγει προς αυτόν ο γέρων: Έτσι και εις το έργο του Θεού. Εάν τεντώσωμεν κατά των αδελφών περισσότερον από το μέτρον, ταχέως θραύονται. Χρειάζεται λοιπόν κάποτε να συγκαταβαίνωμεν εις τους αδελφούς. Ως ήκουσεν αυτά ο κυνηγός εκατανύχθη και πολλά ωφεληθείς από τον γέροντα, έφυγε. Και οι αδελφοί στηριχθέντες ανεχώρησαν εις τους τόπους των.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

 

Πριν από αρκετό καιρό βρέθηκα σε μια παρέα με ανθρώπους που ας πούμε ανήκουν στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Μεγαλοστελέχη επιχειρήσεων με βαριά βιογραφικά, μεταπτυχιακά, σπουδές, ταξίδια, καταλαβαίνεις.

Ένας υπερθεμάτιζε και όλοι συμφωνούσαν.

«Έλα μωρέ τώρα ο Χριστιανισμός είναι μια απλοϊκή θρησκεία. Για το λαουτζίκο. Τις γιαγιάδες. Μόνο οι ανατολικές θρησκείες έχουν φιλοσοφία. Εκεί να δεις βάθος και ανώτερη σκέψη».

Αν και έχω το θάρρος της γνώμης μου, σιώπησα. Σάμπως ήξερα να πω; Γιατί δυστυχώς δεν ξέρουμε τη βαριά κληρονομιά που έχουμε.

Στη βιβλιοθήκη μου βρήκα αυτό το βιβλίο και αποφάσισα να σταχυολογήσω και να δημοσιεύσω κάποια αποσπάσματα που κατά την κρίση μου έχουν να πουν κάτι στο παρόν. Στον σημερινό άνθρωπο.

Κράτησα το ίδιο στιλ, την ορθογραφία και τη σύνταξη. Αντικατέστησα πολλές άνω τελείες με τις κανονικές και δεν μετέφερα το πολυτονικό.

Τουλάχιστον την επόμενη φορά, θα έχω κάτι να πω. Αν και για να λέμε την αλήθεια, η Ορθοδοξία είναι βιωματική. Δεν είναι συζήτηση για να νικήσει κανείς, ούτε διαγωνισμός ποιος ξέρει τα περισσότερα. Τι να το κάνεις να ξέρεις όλη τη Γραφή απέξω και να κάνεις κακό;

Ελπίζω όμως, έστω κάτι από τη συλλογή να βοηθήσει στην καθημερινότητα μας που όπου και αν γυρίσεις το κεφάλι σου, μαυρίλα βλέπεις…