Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2018

ΕΙΣΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ



Μόλις έπλυνες το αυτοκίνητο σου. Έβρεξε για λίγο την επόμενη μέρα, είχε και την αφρικανική σκόνη, το αμάξι έγινε χάλια. Αισθάνεσαι τόσο άτυχος που βρίζεις θεούς και δαίμονες.

Είσαι στη δουλειά σου. Γίνεται μια στραβή, ακούς τα εξ’αμάξης από τον πελάτη, σε κράζει και ο προϊστάμενος και αισθάνεσαι σκουπίδι. Εξοργίζεσαι τόσο που θέλεις να τους αρχίσεις στις μπουνιές και ότι γίνει.

Έχεις βάλει στο σημάδι μια γκόμενα. Κάνεις το πλάνο προσέγγισης, χαράζεις στρατηγική και στο τέλος τρως τη χυλόπιτα ότι σε βλέπει σαν φίλο. Τα βάζεις με τον εαυτό σου.

Σε καλούν για ποτό. Φτάνεις στο μπαρ, ψάχνεις να παρκάρεις, γυρνάς γυρνάς δεν βρίσκεις τίποτα, σε έχουν πάρει δύο φορές τηλέφωνο για να σε ρωτήσουν που είσαι και εκεί που βλέπεις μια κενή θέση, κάποιος προλαβαίνει και σου την παίρνει. Θέλεις να πάρεις το καλάζνικοβ να τον καθαρίσεις.

Σε καλούν για φαγητό. Ωραία τα εδέσματα, τρως του σκασμού και όταν φτάνεις στο σπίτι σου τρέχεις στην τουαλέτα. Την επόμενη μέρα είσαι χάλια και εκνευρίζεσαι γιατί χάλασε η μέρα σου.

Πας το πρωί στη δουλειά. Κάποιος μπροστά σου, ενώ το φανάρι είναι κόκκινο, γίνεται πράσινο, καθυστερεί, ξαναγίνεται κόκκινο και θέλεις να πάς να του σπάσεις τα μούτρα.

Βλέπεις την αγαπημένη σου ομάδα στο ποδόσφαιρο. Χάνει. Αισθάνεσαι απελπισμένος. Έφταιγε ο διαιτητής που την αδίκησε.

Αηδιασμένος από όλα τα παραπάνω πας στο εξοχικό σου στο Μάτι. Αράζεις, κάνεις το μπάνιο σου, παίρνεις μια ανάσα. Βλέπεις στην τηλεόραση για τις φωτιές στην Κινέττα. Λυπάσαι για τον κόσμο και βγαίνεις για παγωτό.

Μαθαίνεις πως έπιασε φωτιά και στην Πεντέλη.  Οι άνεμοι είναι σφοδροί. Δεν πιστεύεις πως κινδυνεύεις. Εξάλλου τόσα σπίτια έχει εκεί.  Μπαίνεις στο σπίτι σου, φτιάχνεις καφέ, ποτίζεις μερικές γλάστρες και μαθαίνεις πως η  φωτιά καλπάζει και είναι ήδη στο Νέο Βουτζά.

Ανησυχείς.

Δύο γείτονες σου είναι στις αυλές τους.

Τι κάνουμε αναρωτιέσαι.

Ο ένας σου λέει ότι θα ανοίξει το λάστιχο και θα προστατέψει το σπίτι του. Ο άλλος σου λέει έλα μωρέ τώρα δίπλα στη θάλασσα είμαστε, σιγά. Νοιώθεις το θερμικό κύμα. Ο ουρανός έχει μαυρίσει. Οι φλόγες έφτασαν στα 200 μέτρα.

Η αποχώρηση έχει ταλαιπωρία αλλά εκείνη την ώρα σύντροφος σου είναι ο φόβος. Μπαίνεις στο αυτοκίνητο. Ρίχνεις μια ματιά πίσω σου. Οι γείτονες σου μένουν πίσω. Είναι η τελευταία φορά που τους είδες.

Ανεβαίνεις προς Μαραθώνος. Μετά από λίγο ο δρόμος έχει φρακάρει. Η ατμόσφαιρα είναι πολύ βαριά. Βρίσκεις ένα δρομάκι, τυχερός ήσουν, στρίβεις να κατέβεις προς την παραλία. Καπνός παντού. Βήχεις. Και άλλα αυτοκίνητα εκεί, παρατημένα. Πανικός.

Αφήνεις το αυτοκίνητο και τρέχεις προς την παραλία. Κόσμος πολύς και πας όπως το κοπάδι. Αναρωτιέσαι μεγαλοφώνως. Πάμε καλά από δω; Μια κυρία δίπλα σου λέει «από δω έχει μονοπάτι, εκεί δεν βγάζει πουθενά». Άλλοι την άκουσαν, άλλοι δεν έδωσαν σημασία, άλλοι δεν την πίστεψαν. Εσύ την ακολούθησες. Ένοιωσες ότι θα πάθαινες ασφυξία.

Έφτασες επιτέλους στην παραλία και έπεσες στο νερό. Πάνω από την επιφάνεια αισθανόσουν τη φλόγα. Ανεβοκατέβαινες στο νερό, καιγόσουν, δροσιζόσουν. Είχε κύμα, ήπιες μπόλικο νερό και δεν ήθελες να απομακρυνθείς από την ακτή. Κολύμπησες παράλληλα με την ακτή. Οι φλόγες έφτασαν στην ακτή. Είδες τους ανθρώπους να ουρλιάζουν καθώς τους έκαιγε η φωτιά.

Έμεινες μέσα στο νερό. Δεν ήξερες προς τα πού να πας. Ένοιωσες κάτι να σε ακουμπάει από πίσω. Τρόμαξες. Γύρισες και είδες την ηλικιωμένη κυρία που σου έδειξε το μονοπάτι να είναι ακίνητη χωρίς αισθήσεις. Έκανες πέντε απλωτές να απομακρυνθείς τρομοκρατημένος.

Πάλεψες με τα κύματα. Το ρεύμα σε πήγαινε προς τα μέσα. Ένοιωσες να σε εγκαταλείπουν οι δυνάμεις σου. Θυμήθηκες την κυρία, «ξάπλωσες» στο νερό και περίμενες το τέλος.

Ακούς μια μηχανή, βλέπεις ένα προβολέα. Ένα σκάφος σε πλησιάζει. Ψέλλισες ένα ξεψυχισμένο «εδώ» και σήκωσες το χέρι.

Όταν ανέβηκες στο σκάφος του λιμενικού δεν είχες το κουράγιο ούτε ένα ευχαριστώ να πεις. Σκέφτηκες ότι πριν από λίγες ώρες έκανες καφέ στην αυλή σου ξένοιαστος.

Ξύπνησες με μια κραυγή. Άνοιξες τα μάτια έντρομος. Είσαι στο σπίτι σου στο Περιστέρι. Δεν έχεις εξοχικό στο Μάτι, δεν σε έσωσαν από τη θάλασσα.

Ζεις από τύχη. Ζούμε από τύχη. Πριν από λίγες ημέρες τράκαρε ένα ΙΧ με ένα φορτηγό που μετέφερε μελίσσια. Το σμήνος που έφυγε πήγε στην παραλία και επιτέθηκε σε ένα ψαρά και ο άνθρωπος πέθανε από αλλεργικό σοκ. Στη Μάνδρα από τη μια στιγμή στην άλλη πνίγηκε κόσμος από το πουθενά. Ένας άλλος ψαράς, πνίγηκε γιατί απλώς κατέβηκε να απεγκλωβίσει το αγκίστρι του από μια πέτρα. Κατά μέσο όρο 3 άνθρωποι στους ελληνικούς δρόμους αφήνουν την τελευταία τους πνοή ή τραυματίζονται βαριά και επανέρχονται – όπως επανέρχονται – μετά από πολλούς μήνες.

Αν κάθε πρωί σηκώνεσαι από το κρεβάτι σου και είσαι ζωντανός και αρτιμελής, πες ένα δόξα τω θεώ και συνέχισε τη μέρα σου.

80 μέχρι στιγμής και πολύ φοβάμαι πως ανοιχθούν όλα τα σπίτια, θα φτάσουν τους 100 νεκρούς.
Απροετοίμαστο κράτος, ασύμμετρα ανίκανο να προστατέψει τους πολίτες του.

Ένα κερί για τους νεκρούς…..



0 Λογομαχιες:

Δημοσίευση σχολίου