Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

ΦΑΙΔΡΑ


Η Φαίδρα μπήκε πριν από δύο χρόνια στη ζωη μου από το πουθενά και εξαφανίστηκε όπως ακριβώς έκανε την είσοδο της. Σαν να ήθελε η μοιρα να μου δείξει τι ακριβώς θέλω αλλα να μου το πάρει γρήγορα πίσω. Να μην το χαρώ κιόλας! 

Μια γυναίκα λαμπερή που σε άφηνε ελεύθερο να της προσάψεις ότι θέλεις. Δεν είχε μεγάλο στήθος, παρα ήταν ψηλη για τον μέσο άνδρα και με λίγα παράπανω κιλά δεν θα την έλεγες ακριβώς μοντέλο.

Στη Φαίδρα έβρισκες επίσης και πολλά χαρακτηριστικά της για να αγαπήσεις. Από τον τρόπο που μιλούσε στη φίλη της στο τηλέφωνο για το καινούριο φόρεμα που αγόρασε μεχρι τον τρόπο που καθησύχαζε τη μαμά της στην κλασική ερωτηση «τι έφαγες σήμερα παιδί μου». Το φωτεινό της χαμόγελο, τα μεγάλα και εκφραστικά της μάτια, τα σαρκώδη της χείλη, το καλοσχηματισμένο της πρόσωπο, το στιλ και το παράστημα της, τους καλαίσθητους ενδυματολογικούς συνδιασμούς της και την γεμάτη ζωτικότητα και ενέργεια παρουσια της. Δεν βαριόσουν ποτε μαζί της ακόμα και κάτω από ένα δέντρο να καθόσουν στο κεντρο της Σαχάρα.

Ένα υπέροχο μείγμα ευαισθητου κοριτσιου, ζαβολιαρας κοπελας και «θυληκότατης» γυναίκας. Αυτόφωτη χωρις να προσποιείται. Εσυ είχες να διαλέξεις. Ή θα έκανες σαν την αλεπού και τα κρεμαστάρια ή θα γοητευόσουν και θα σε μεθούσε με μια ματιά της. Μπορούσες βέβαια να βγάλεις και ότι κόμπλεξ είχες ( η ιδια σου το τόνιζε με τα δεκάποντα τακούνια της  ) και να ξεκινούσες μια βαθυστόχαστη ανάλυση με το «ελα μωρέ τωρα»

Η Φαίδρα διάβαζε τις ιστορίες του μπλογκ μου. Αποφάσισε να μου στείλει ένα μήνυμα τύπου «τι ωραία που τα γράφεις γιατι σε πολλα αναγνωριζω τον εαυτο μου». Σαν να οσμίστηκα την αμηχανία της και την ενθάρρυνα να μου γράψει και άλλα. Τοτε ήρθε ο χείμαρρος. 

Ροδίτισσα, από πολύ μικρή απολάμβανε καθημερινά αυτά που κάνουν οι Αθηναίοι μόνο στις διακοπές. Βόλτες στη θάλασσα και παιχνίδια στους αγρούς. Η ομορφιά της δεν άργησε να συναντηθει με τον έρωτα. Ο πρώτος της άνδρας ηταν ενας ποδοσφαιριστής και η Φαίδρα στα πρώτα χρόνια της σχέσης τους ζούσε σε πελάγη ευτυχίας, χρήματος, δόξας και …ζήλειας από τον περίγυρο της.

Όταν η σχέση της πάτησε τον ένατο χρόνο, όλα είχαν αλλάξει.
Είχαν μετακομίσει μακριά από τη Ρόδο, τα καλά συμβόλαια είχαν παρέλθει, ο ανδρας των ονείρων της ηταν πια ένας τεμπέλης που ζητούσε χαρτζιλίκι από τους γονείς του και η επιδιώξη της για μια υγιη οικογένεια σκόνταφτε στη συνειδητοποίηση της καθημερινότητας και στη μοναξιά.

Η Φαίδρα δεν συμβιβάστηκε και πηρε το δρόμο της επιστροφής.
Η μια πίκρα έφερε την άλλη. Δεν πρόλαβε καλα καλα να εγκατασταθεί και ο πατέρας της έπαθε ένα βαρύ εγκεφαλικό. 50 χρονών άνθρωπος είναι φυτο…

Η Φαίδρα με την οικογένεια της δεν το έβαλαν κατω. Ανασυντάχθηκαν, έτρεξαν, πόνεσαν αλλα τα φέρνουν βόλτα. Με καλή διαχείριση, ομονοια και εργατικότητα, δεν τους λείπει τίποτα και φροντίζουν τον πατέρα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Τον πρώτο χρόνο της στο νησί, η Φαίδρα δεν ήξερε τι σημαίνει έξοδος. Δουλεια και σπιτι. Μέσα για να προσέχει, να φροντίζει, να δίνει κουράγιο στη μητέρα της, να κάνει δουλειές, να βοηθάει τα αδέρφια της. Ήταν η μανα, η αδερφή και η σύζυγος.

Μόνη της διέξοδος ηταν το msn που της κρατούσαν διαφοροι τυποι εφήμερη και virtual συντροφια. Το καλοκαίρι όταν πια είχαν μπει όλα σε μια ροη, η Φαίδρα αποφάσισε να κανει μια μεγάλη βόλτα. Αρκετή ενέργεια είχε συσσωρεύσει, αρκετά είχε μείνει μέσα. Γύρισε την Ελλάδα για να γνωρίσει τους virtual θαυμαστές και να αποκτήσει μια natural εικόνα σε ένα μεγάλο road trip αναζήτησης εμπειριών. 

Στην Πάτρα γνωρισε τον κουκλο μεν αλλα τσιγκούνη. Στην Αλεξανδρούπολη έναν ασχημούτσικο αλλα την έκανε να γελάει συνέχεια. Στην Κρήτη την περίμενε ενας φοβερός εραστής. Στην Αθήνα ηταν αυτός που της ενέπνευσε τη συντροφικότητα. Στη Λάρισα ηταν ο γλετζες που την εκανε βασίλισσα και στα Γιάννενα ένας πλούσιος που την ήθελε πολύ αλλά δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί του.

Η Φαίδρα γέμισε με εικόνες, με παραστάσεις, χόρτασε ετερόκλητες εμπείριες αλλά γύρισε πίσω μαλλον θλιμμένη. Δεν βρήκε τίποτα συγκλονιστικό, οσος καιρός και να περάσει πάντα θα θυμάται αυτή την τεράστια βόλτα με νοσταλγία και επέστρεψε στη δεδομένη θαλπωρή και στα καθημερινά βάσανα. Είδε πολλά φώτα αλλα όχι το Φως που έψαχνε.
Όταν διάβασα ολη την ιστορία συγκινήθηκα γιατι δεν είναι εύκολο ενας άγνωστος να σου ανοίγει τοσο πολύ, τοσο βαθιά την καρδιά του και μάλιστα γραπτώς.
Στο τέλος της κουβέντας μας της έγραψα ένα μάλλον εθιμοτυπικό «ευχαριστω πολύ και αν τυχει και ρίξεις αγκυρα στην πρωτεύουσα, θα χαρώ να σε πιούμε έναν καφε»
Περασαν μήνες.

Μια μερα κατεφθασε στο mail μου ένα πολύ χαριτωμενο μηνυματακι τυπου δεν ξερω αν με θυμασαι αλλα αυριο ερχομαι και αν τελικα εχεις χρονο μπλα μπλα μπλα, να πιουμε εκεινον τον καφε. Δεν αρνηθηκα.

Με κέρδισε με το καλησπέρα. Από τον τρόπο που μου κούνησε γεμάτο χαρα και νάζι το χέρι της για να σταματήσω, μέχρι την άνεση και την εμπιστοσύνη να καθίσει στη θέση του συνοδηγού.

Η αρχική πρόθεση ηταν να τα πούμε για μια ώρα καθώς την περίμεναν φίλοι της για διασκέδαση και το ιδιο βράδι θα επαιρνε για μια ακομα φορα το δρομο της επιστροφης. Η μια ωρα έγιναν …..8! Πήγαμε σε βουνό, σε θάλασσα, στο κέντρο της πόλης...
Μου άρεσε. Ως γυναικα, ως παρουσια, ως σταση ζωης. Μια δίνη που με παρέσυρε σε ξέφρενα χαχανα όταν μου διηγείτο τις περιπέτειες της με τους μνηστήρες, σε βουρκωμενα ματια όταν μου λεγε για τον πατερα της και σε αρκετες σκέψεις όταν μοιράζονταν μαζι μου αυτά που την απασχολουν.

Με γοητευσε η αγνοια κινδύνου και η περισση αθωότητα που οσο και αρρωστημενος νους να εισαι, δεν μπορεις να κανεις κακό  στη Φαιδρα. Μου ανοιξε την καρδια της, μου εμπιστευθηκε τη ζωη της και ειδα πολύ ομορφα στοιχεια  από αυτή την πυλη που με αφησε να περασω…
Είχε πολλες χαριτωμένες απορίες σαν και αυτές που ειχα πριν αρκετά χρόνια και εγω. Το ίδιο ανησυχο πνεύμα αλλα μια αθωα οπτική που δεν μου πηγαινε οσο καθαρμα και αν ειμαι να την εκμεταλλευθω. Δεν ζητουσε πολλα. Μονο την αγάπη.

Αυθόρμητα την αγκαλιάσα και ανταποκρίθηκε.
Τη φιλησα.
Τραβηχθηκε.
Το ξαναεκανα.
Το βλεμμα μου ειπε ναι αλλα το σωμα της εφευγε μακρια μου.
Δεν ηθελα να τη βασανισω άλλο.

Μου έκανε τη χαρη να με αφησει να τη συνοδέψω στο πλοίο.
Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, έρχονται κατά νου διάφορες δακρύβρεχτες κινηματογραφικές σκηνές με παθιάρικα φιλιά, με λυγμούς και απέραντες αγκαλιές και λευκά μαντηλάκια να ανεμίζουν στην κουπαστή.

Ο δικος μας αποχαιρετισμός δεν είχε τίποτα από αυτά.
Δυο αμήχανα γεια, βγήκε γρήγορα από το αυτοκίνητο και χάθηκε στον κόσμο και το σκοτάδι.

Εκτοτε δεν εχω νεα της.
Δεν την ξαναείδα ποτε….



4 Λογομαχιες:

Δημοσίευση σχολίου