Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

ΕΜΙΛΙΑ ΓΚΑΛΟΤΙ


Τρίτη σερί παράσταση του Εθνικού θεάτρου, τρίτη και φαρμακερή. Εμιλία Γκαλότι το όνομα αυτής και το πλεον παράδοξο είναι πως χωρίς να φταίνε οι ηθοποιοί ηταν μέτρια.

Το στόρι είναι από το κλασικό ρεπερτόριο που ενας πρίγκιπας του 18ου αιώνα είναι ερωτευμένος με μια κοπέλα. Η γυνή είναι προς γάμο με ευγενή κόμη, ο πρίγκιψ το ίδιο και ενας Μέτερνιχ υπηρέτης του, ραδιουργεί ώστε να ματαιωθούν αμφότεροι οι γάμοι αλλά ο «τάξη και ηθική» πατήρ, σκοτώνει την κόρη γιατί καταλαβαίνει το δόλιο σχέδιο και μας τελειώνει το έργο.

Είδα τη Φρεναπάτη, είδα το Σιρανό ντε Μπερζεράκ και νομίζω ότι με άλλο ένα κλασικό έργο στο ιδιο περίπου μήκος κύματος, επέρχεται η κούραση. Όχι άλος ιστορικός ρομαντισμός με ολίγη από θάνατο, σας παρακαλώ, θα ανάγω ως πρότυπο τον Νίκο Ζερβό και δεν θα με  σώζουν ούτε χίλιες μετάνοιες συγγνώμης στο Θεο του θεάτρου! Θα προτιμούσα κάτι που να μας αφορά ως κοινό. Ως Ελληνες. Ως Αστικό περιβάλλον.
Εντάξει, τα είδαμε, καλά περάσαμε αλλά είναι σκέτη απογοήτευση να παίζουμε τα ιδια και τα ιδια. Το Εθνικο Θέατρο μπορεί σε εστω μια παράσταση, να τολμά, να πηγαίνει λίγο παρακάτω.

Συγκινητική η προσπάθεια να κάνει ακροβασίες ο σκηνοθέτης, Γιάννης Χουβαρδάς, αλλά το πράγμα μπάζει από παντού. Καταρχήν στο κείμενο. Δεν θυμάσαι ουτε μια ατάκα με το πέρας της παράστασης. Ξεκινάει και βλέπεις 4 πράκτορες από το Μάτριξ [ ΣΣ. ενδιαφεροντα τα κοστουμια με τα γυαλιά ηλίου - περιπτε-ρεϊμπαν] ο κόμης να κρατάει …βιντεοκάμερα και μια σκηνή μονίμως άδεια. Ναι ξερω, και καλά μινιμαλ και αφαιρετικό και ουαου ποιητική αδεία. Τόσο ποιητική που δεν αντέχεται.

Μετά, εκείνη η ταλαιπωρία με το πάνω κάτω του ανσανσέρ ( βεβαίως κύριοι, τόσα πληρώσαμε για να δείξουμε ότι ανεβοκατεβάζουμε το σανίδι – υποδηλώνοντας την αλλάγη των σκηνών ) αλλά μας κούρασε. Να το κάνεις μια, δυο, πέντε, εντάξει.
Αλλά το τραμπολίνο μας ζάλισε.
Το χειρότερο από όλα ηταν η διάρκεια της. 2 ωρες κούραση. Αφου ότι εχεις να μας πεις είναι κάτι παραπάνω από τη μια ωρα. Γιατί το ξηλώνεις; Για να δικαιολογήσεις τους πολλούς και καλούς ηθοποιούς;
Για παράδειγμα ο Μηνας Χαζησάββας. Αξιοσέβαστος, με ιστορία. Ότι όμως εχει να πει ο ταλαίπωρος είναι 20’ Τι τον βάζεις μια ωρα;

Με τον Νίκο Κουρή έχω μια αδυναμία καθώς τον ξέρω από τη μεγάλη του Εμπρος Σχολή. Ωραίος, με άψογη κίνηση, αρτια εκφραστικός, το σώμα του θεατρικά καλοδουλεμένο,  σπουδαίος.
Η Μπαζάκα είχε αξιοπρεπή παρουσία. Ο Γιάννης Περλέγκας ηταν άχρωμος, άνευρος και δεν ξέρω αν ηταν υπόδειξη του σκηνοθέτη ή ετσι του βγήκε. Το μόνο που μου άρεσε ηταν το κοστούμι του. Θα στήσω αδριάντα στην Στεφανία Γουλιώτη που έδωσε χρώμα στην παράσταση, τη ζωντάνεψε και μας ταρακούνησε. Εύγε.
Ο Ακύλλας Καραζήσης στην αρχή δεν ακουγόταν και μετά που τον ακούγαμε, δεν μας συγκλόνισε, μάλλον μας νανούρισε.
Τέλος, η Αλκυστις Πουλοπούλου, είναι μια συμπαθητική κοπέλα που δεν ενόχλησε κανέναν αλλά και δεν συγκίνησε κανέναν. Πάντως, μπορεί να κάνει τηλεοπτική καριέρα γιατί γράφει καλα στον φακό.

Μπορεί κάποιος να ψάξει τα "ψιλα γράμματα" και τα νοήματα της παράστασης, να σπάσει το κεφάλι του και να βρει μια κριτική στην άρχουσα τάξη και τις μηχανοραφίες της κατά του λαού, την δυναμική παρουσία των γυναικών και τη θυσία προς αποφυγήν της ατίμωσης. Χάρηκα για τη γνωριμία.
Δεν με νοιάζει μια βραβευμένη γερμανική παράσταση του 18ου αιώνα γιατί είναι πολύ μακριά μου, ξένη και δεν μου λέει τίποτα. Δεν με διασκέδασε, δεν με προβλημάτισε και δεν με ταξίδεψε.

Σε γενικές γραμμές, δεν χάνεις τίποτα απολύτως αν δεν πας στη συγκεκριμένη παράσταση παρά τους γνωστούς και σημαντικούς ηθοποιούς που διαθέτει.



1 Λογομαχιες:

Δημοσίευση σχολίου