Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

ΦΙΛΙΑ ΦΙΛΙΑ

Η Φίλια είναι μια γυναικα που φανταζει απλησιαστο ιδανικο. Πανεμορφη, επαγγελματικα καταξιωμενη, εξαιρετικα ευφυης, καταπληκτικη μαγειρισσα και μεγαλη καρδια… Εκμεταλλευομενος τη φιλια μας – το παραδεχομαι - την παρακαλεσα να μου χαρισει μια νοτα της, ένα δικο της κειμενο και δεν μου αρνηθηκε. Τιμη μου που εισαι φιλη μου ακριβη και μοναδικη Φίλια, χαρα μου που θα «σε φιλοξενησω» Απολαυστε το.

= = = =

THE GAME

Αθήνα Λάρνακα πτήση Aegean Airlines, Νοέμβριος 2007 Σημερα θα σας διηγηθώ μια μικρή ιστορία. Καθίστε. Έτσι και αλλιώς δε νομίζω να σκρολάρετε όρθιοι... Μην πετάγεστε στα ενδιάμεσα. Αφήστε τη διήγηση να ανθίσει όπως οι φρέζες και οι πετούγιες στις γλάστρες. Δεν χρειάζεται να το διαδώσετε. Έχει πολλούς καταδότες ο ρομαντισμός στις μέρες μας. Παρακαλώ κλείστε τα κινητά σας. Τρελαίνετε τα ραντάρ και τους δορυφόρους με τα καμώματά σας. Αντε, απογειωνόμαστε. Νοέμβριος 2007 Σε είδα Δευτέρα μεσημέρι. Χειμωνιάτικη ζέστη. Ήλιος δυνατός. Βαλίτσες που σέρνονται στα καλογυαλισμένα πατώματα του αεροδρομίου μαζί με προσδοκίες, έννοιες, χαρτιά και τσιγάρα από τα Duty free.

Περαστικοί, όλοι, με κάποιες προσεκτικά διαλεγμένες λεπτομέρειες να τους χαρακτηρίζουν - που ακόμη κι ένας έμπειρος σκηνοθέτης ίσως να μην πρόσθετε στο καρέ του: λαδωμένο μαλλί δήθεν φυγαδευμένο προς τα πίσω, μετανάστης πόντος από γαλλικό καλτσόν μέχρι το μηρό, χωρίς επικυρωμένο διαβατήριο, ήχος κινητού που απομακρύνεται στις κυλιώμενες σκάλες, μάτια με μαύρους κύκλους αποτύπωμα Jetlang αλλά και ευχάριστες, πολυτελείς μυρωδιές ακριβών αρωμάτων, φουλάρια Hermes, η μικρή ανυποψίαστη και λατρεμένη ζωή μας στα χέρια μας με i-pod και laptop... Κάπου εκεί σε είδα. Μόνη, εγώ, εσύ, το πάτωμα, οι βαλίτσες που γλυστρούσαν απαλά, ο μουντός ήχος του αεροδρομίου, οι βραχνές ανακοινώσεις σε άθλια αγγλικά, ξανά εγώ, εσύ, τα βλέμματά μας. Εκατομμύρια μικρές βελόνες τσιμπούσαν τα μάγουλά μου σα βροχή: το χαμόγελό σου. Η συνάντηση. Μέσα από τα trendy οχυρά μας...

Τα μαύρα γυαλιά είναι σαν την λέξη “ίσως”... Δεν σε αφήνουν να δεις ξεκάθαρα αλλά έχεις και μια ελπίδα. Πολύ μεγάλη για να γεννήσει μια ολόκληρη μέρα προσμονής, πολύ μικρή για να σε αφήσει ξάγρυπνο με μια εικόνα, να κοιμηθείς ήσυχος. Το παιχνίδι. Χωρίς κανόνες. Τέλειος σύμμαχος για να νικήσεις την ώρα της αναμονής. “Τώρα θα ξαναπεράσει από μπροστά μου, σίγουρα θα πάρει καφέ, εσπρέσσο, σκέτο, χμμμ, θα με κοιτάξει; Με κοιτάζει!” και άλλα τέτοια ανάλαφρα για να αιφνιάζεις τον εαυτό σου ηθελημένα. (Εδώ να προσθέσω στους αμετανόητους αναγνώστες ότι ο χρόνος μου είναι τελείως διαφορετικός από τον δικό σας. Επιμένω πως όλα πρέπει να πέφτουν σαν τα πέπλα: ένα - ένα, κάνει καλό στη λίμπιντο).

On plain

Συνηθίζω να ανεβαίνω πάντα τελευταία στο αεροπλάνο. Στο προθάλαμο του φευγιού τις βαριέμαι τις διαδικασίες: μπες, “καλώς ήρθατε στην πτήση μας”, χαμόγελο κολλημένη καρφίτσα στο πέτο, περίμενε στο διάδρομο να βολευτούν οι άλλοι, βρες τη θέση σου, δες αστραπιαία το άλλο πρόσωπο που σου φαγε το παράθυρο, βάλε τα πράγματα στο ντουλάπι που αιωρείται από πάνω σου, πες “συγνώμη” μέσα από τα δόντια σου, σήκωσε όσους έχουν ήδη πάρει θέση, ξαναπές “sorry” αυτή τη φορά με αγγλοσαξωνική προφορά, ξανασήκω να πάρεις το i-pod, ξανακάθισε, δέσε ζώνη, δες ράθυμα τις οδηγίες για τα σωσίβια και σε περίπτωση ανάγκης πως θα βάλεις τη μάσκα οξυγόνου, κλείσε μάτια, σφίξε χείλη, κρατήσου και αφέσου στην επιτάχυνση... Απογείωση...

Τελευταία επιβάτις. Με τη σκέψη σου... Με το εισιτήριο για τη θέση 8b. Με την εικόνα σου.... Με τον μπροστινό μου να με καθυστερεί. Και ύστερα ξαφνικά να μου αφήνει το πεδίο ανοιχτό. Με το βλέμμα σου, να διασταυρώνεται ξανά. Με έκπληξη! Φανερή. Με τύχη ή, ατυχία: καθόσουν ήδη στη θέση 8 d. Αυτό, στο λεξιλογιο του καλού ταξιδιώτη σημαίνει ότι μας χώριζε ένας επιβάτης, αυτός που καθόταν δίπλα μου, και ο διαδρομος... Πολύ κοντά, πολύ μακριά....Και οι σκέψεις (σιγά μην και δεν καθόταν ανάμεσά μας οι κουφάλες). Και το παιχνίδι.

Σε βλέπω, με κοιτάς, γέρνω μπροστά γιατί ο διπλανός σε κρύβει από το οπτικό μου πεδίο, γέρνεις προς τα πίσω να δεις τις τούφες των μαλλιών μου, σου ζητώ τον Economist, μου τον παραχωρείς ευγενικά. Ταξιδεύουμε μαζί, με μια θέση, έναν διάδρομο και πολλές σκέψεις που μας χωρίζουν. Θέλω να σε ακούσω να μιλάς. Κάθε λέξη έχει τις δικές της ορμόνες, τη δική της μυρωδιά, και όλες μαζί αν μπουν σε μια υπέροχη σειρά είναι ικανές να με κάνουν να λιποθυμήσω... Μιαμιση ώρα από Αθήνα – Λάρνακα. Μιάμιση ώρα πετώντας στα σύννεφα κυριολεκτικά. Αυτό που λείπει από τη ζωή μας: το πέταγμα, το να αρκούμαστε στα ελάχιστα τυχαία και να τρεφόμαστε με τα ανύπαρκτα, να προβάρουμε τα καινούργια μας φτερά χωρίς το φόβο ότι έστω και ένας θα τσαλακώσει ένα από τα πούπουλά του... Προσγείωση Εϊμαι ακριβώς πίσω σου. Και το νιώθεις.

Σαν δυο καυτά τόξα να έχουν καρφωθεί στην πλάτη σου. Σε ακολουθώ. Περιμένω την ώρα που θα σταματήσεις απότομα, θα γυρίσεις στο μέρος μου και θα μου ανταποδώσεις τα βέλη ή θα τα εναποθέσεις στα χέρια μου. Θέλω να τρυπώσεις κάτω από το δέρμα μου και να μολύνεις το αίμα μου, θέλω να θολώσεις, να υγράνεις και να καθαρίσεις τα κουρασμένα μάτια μου από την αυπνία, θέλω να γνωρίσω τις γεύσεις του κόσμου σου, θέλω να με συνεπάρεις με κάτι αληθινά συναρπαστικό. Τα βήματά μας είναι ίδια. Πρώτα το δεξί, έπειτα το αριστερό, μαλακό πάτημα εσύ αλλά σταθερό, χαριτωμένο το δικό μου με τον ήχο του τακουνιού σαν μυστικού θιάσου να διαφημίζει τον ερχομό του...

Δεν μου μίλησες. Με κοίταζες καθώς απομακρυνόμουν από τις αποσκευές. Δεν ήρθες κάν να με ρωτήσεις. Με άφησες να φύγω. Δεν φύτεψες καν μια λέξη στο δόξα πατρί. Ούτε ένα χαρτάκι που να γράφει αντίο. Τί θολωμένα τζάμια και ταξίδια στο διηνεκές. Η ζωή είναι πολύ καργιόλα μερικές φορές... Και εγώ που λατρεύω τα κλισέ να φεύγω χωρίς μια λέξη σου... Δρόμοι ανοιχτοί Πήρα ένα χάρτη της Λευκωσίας με την πράσινη γραμμή. Και ένα μπουκάλι νερό. Η ώρα πέρασε, το ταξίδι τέλειωσε, και να βγαινα στο δρόμο δεν θα χα κάνεναν να κατηγόρησω ότι ήταν πτωχό σε συκγινήσεις. Μόνο τον εαυτό μου. Κοντοστάθηκα. Η ζέστη με έκανε να αναπνέω με σχετική δυσκολία. Δυσφορία. Γύρισα πίσω. Πήγα στο γκισέ. Ρώτησα μια φιλότιμη ξανθιά για το ποιος καθόταν στην θέση 8 d, στην πτήση από Αθήνα. Στην αρχή δεν ήθελε να με εξυπηρετήσει, γαμώ τα προσωπικά μου δεδομένα, μετά της έδειξα ταυτότητα, σκαρφίστηκα μια γελοία ιστορία. Με τόση πείρα στις στροφές και τόση σοφία στις ευθείες, δεν σκέφτεσαι όταν πατάς το γκάζι για το που θα σε βγάλει. Πας. Και πήρα την απάντηση που χρειαζόμουν. Το όνομά του. ....Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι ανοιχτοί... Βγήκα έξω και ανάπνευσα ξανά. Οι ρόδες της μαύρης μερσεντές του ταξί ήδη κυλούσαν στον εθνικό δρόμο της Κύπρου. Και εσύ, ήσουν κάπου εκεί προπορευόμενος... στο ταξίδι της επιστροφής σου. Φεβρουάριος 2008 Λευκωσία. Ξανά. Με μια βαλίτσα, ένα όνομα και ένα τηλέφωνο. Και διάθεση για αμαρτία. Στέλνω ένα “κοριτσίστικο” sms. Απαντάς με ένα “αγορίστικο”. Και ξεκινάμε ένα τύπου mobile chat. Οι αμαρτίες όμως πρέπει να ξε-πληρώνονται άμεσα και τοις μετητροίς. (Δεν παίρνουμε που δεν παίρνουμε κανά σοβαρό επιτόκιο να τα κρατάμε και μέσα μας;) Η πρόσκληση είναι διαλεγμένη: βόλτα στην παλιά πόλη της Λευκωσίας, “θα σου πάρω ένα κόκκινο μπαλόνι, και μια σοκολάτα, αν είσαι καλό παιδί...”. “Βρήκες τα κουμπιά μου” απαντάς.

Τι αξίζει σε αυτόν τον άθλιο μίζερο κόσμο από το να ανακαλύπτεις τις οδηγίες χρήσης μόνος σου και να συναρμολογείς την εικόνα σα τα έπιπλα της IKEA; Τι αξίζει, αν όχι το παιχνίδι; Κράτα το και όρμα (μην ντρέπεσαι που λέει και φίλος μου ο suspect) με τα μανίκια σηκωμένα, το βλέμμα θολό από έξαψη και τα μάτια κόκκινα από τον πυρετό της συμμετοχής. Πολλά μπορούν να μας εκπλήξουν αρκεί να τα αφήσουμε να ανθίσουν.

Δεν χρειάζεται να “υποκλιθούμε -από τώρα- στο προφανές” και να συνθηκολογήσουμε με τα δεδομένα. Η πολυτέλεια μας έγκειται αν θα αποφασίσουμε να παραμείνουμε στο παιχνίδι. Και αυτή η πολυτέλεια δεν κρατάει πολύ...

I don't know why it always comes as a surprise

To find I'm here with you You smile,

and I am rubbing my eyes At a dream come true Smile,

and I am rubbing my eyes

At a dream come true....

Φίλια ( τονίζεται παντού)



5 Λογομαχιες:

Δημοσίευση σχολίου