Ø Ηρώτησεν
ο Αββάς Αβραάμ ο Ιβήρ τον Αββάν Θεόδωρον τον Ελευθεροπουλίτην λέγων: Πως είναι
καλόν πάτερ;; Τιμήν να ζητήσω να αποκτήσω εις τον εαυτόν μου ή καταφρόνησιν; Ο
δε γέρων λέγει: Εν τοσούτω εγώ θέλω να αποκτήσω τιμήν, παρά καταφρόνησιν διότι
εάν κάμω καλά έργα και δοξασθώ, ημπορώ να καταδικάσω τον λογισμόν μου ότι δεν
είμαι άξιος δια αυτήν την δόξαν. Η δε καταφρόνησις από κακάς πράξεις γίνεται.
Πως λοιπόν θα ημπορέσω να παρηγορήσω την καρδίαν μου, όταν σκανδαλισθούν από
εμέ οι άνθρωποι; Καλύτερα λοιπόν να κάμνωμεν το καλόν και να μας τιμούν. Ο δε
Αββάς Αβραάμ είπε. Καλά είπες πάτερ.
Ø Είπεν
ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός, ότι εάν ένας βασιλεύς θελήση να καταλάβει πόλιν των
εχθρών, κόπτει πρώτα το νερόν και τα τρόφιμα, και έτσι οι εχθροί αφανιζόμενοι
από την πείναν, υποτάσσονται εις αυτόν. Έτσι και τα πάθη της σαρκός. Εάν με
νηστείαν και πείναν ζη ο άνθρωπος, οι εχθροί εξασθενίζουν από την ψυχήν του.
Ø Είπεν
ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός, ότι ομοιάζω με άνθρωπον ο οποίος κάθεται κάτω από
μεγάλο δένδρον και βλέπει θηρία πολλά και ερπετά να έρχωνται επάνω του και όταν
δεν μπορεί να σταθή εναντίον των, τρέχει επάνω εις το δένδρον και σώζεται. Έτσι
και εγώ. Κάθομαι εις το κελλίον μου και βλέπω τους κακούς λογισμούς να έρχωνται
εναντίον μου και όταν δεν ημπορέσω να τους νικήσω, καταφεύγω εις τον Θεόν με
την προσευχήν και σώζομαι από τον εχθρόν.
Ø Έλεγε
δε και πάλιν εις τον αδελφόν ο γέρων Ιωάννης ο Κολοβός δια την ψυχήν όπου θέλει
να μετανοήση. Ήτο μια πόρνη ωραία εις μιαν πόλιν και είχε πολλούς φίλους. Ελθών
δε εις αυτήν ένας άρχων, της είπεν: Υποσχέθου μου ότι θα είσαι σώφρων, και εγώ
σε παίρνω γυναίκα. Η δε του υπεσχέθη. Και λαβών αυτήν την επήρεν εις τον οίκον
του. Οι δε φίλοι της, ζητούντες αυτήν, έλεγαν ο τάδε άρχων την επήρεν εις τον
οίκον του. εάν λοιπόν υπάγωμεν εις την θύραν του οίκου του και το μάθη, θα μας
τιμωρήση. Αλλά ελάτε όπισθεν της οικίας και θα της σφυρίξωμεν και σαν γνωρίζει
την φωνήν του σφυρίγματος, κατεβαίνει εις εμάς και εμείς μένομεν ανεύθυνοι.
Καθώς ήκουσε λοιπόν το σφύριγμα, έκλεισε σφικτά τα ώτα της και έτρεξεν εις τον
θάλαμον όπου ήτο πιο βαθειά και έκλεισε τας θύρας. Έλεγε δε, ότι πόρνη είναι η
ψυχή. Οι δε φίλοι της είναι τα πάθη και οι άνθρωποι. Ο δε άρχων είναι ο
Χριστός. Η δε οικία όπου είναι πιο μέσα. Η αιώνια κατοικία. Οι δε σφυρίζοντες
εις αυτήν είναι οι πονηροί δαίμονες.
Αυτή δε διαπαντός καταφεύγει εις τον Κύριον.
Ø Είπεν
ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός. Αφήσαντες τον ελαφρόν φορτίον, δηλαδή το να
κατηγορώμεν τον εαυτόν μας, το βαρύ εσηκώσαμεν. Δηλαδή το να δικαιώνωμεν τον
εαυτόν μας.
Ø Ηρώτησεν
ένας εκ των πατέρων τον Αββάν Ιωάννην τον Κολοβόν: Τι είναι μοναχός; Ο δε είπε:
Κόπος. Διότι ο μοναχός εις παν έργον κοπιάζει. Έτσι είναι ο μοναχός.
Ø Έλεγεν
ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός: Δεν είναι δυνατόν να κτίση κανείς τον οίκον από το
θεμέλιον προς τα άνω. Του λέγουν: Ποια είναι η σημασία αυτού του λόγου; Τους
λέγει: Το θεμέλιον είναι ο πλησίον. Δια να τον κερδήσης και ωφελείσαι πρώτος
διότι εις αυτόν κρέμονται όλαι αι εντολαί του Χριστού.
0 Λογομαχιες:
Δημοσίευση σχολίου
Γράψε ότι θέλεις με ευπρέπεια