Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

 

Η αλήθεια είναι πως όταν ένας μπλόγκερ πρέπει να γράψει ένα κείμενο για τους Έλληνες δημοσιογράφους και σέβεται τον εαυτό του, πρέπει εξ ορισμού να τους κράζει και να είναι επικριτικός. Όποιος όμως με διαβάζει καιρό, γνωρίζει ότι εγώ είμαι εκτός συνηθισμένων, είμαι λίγο out of the box και θέλω να μοιραστώ μερικές σκέψεις.

 

Οι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα έχουν να αντιμετωπίσουν αρκετές δυσκολίες.

 

Μία από αυτές είναι ότι είναι πάρα πολλοί και τα μέσα μαζικής επιρροής είναι πάρα πολύ λίγα. Οπότε, αν κλείσει μια πόρτα στη μικρή μας κοινότητα, θα βρουν ορθάνοιχτες τις υπόλοιπες;;;

 

 Ειδικά τα χρόνια της πλαστικής ευμάρειας, η δημοσιογραφία ήταν ένα υπερπεριζήτητο επάγγελμα. Όλοι πήγαιναν σε κάθε κέντρο σπουδών, σε κάθε ΙΕΚ, σε κάθε σχολή δημοσιογραφίας και όλοι είχαν όνειρο να κάνουν φοβερή και τρομερή καριέρα στο γυαλί. Λάβε όμως υπόψη σου ότι δεν υπάρχει ίση κατανομή των μέσων μαζικής επιρροής και δικαίως. Όταν από τους δέκα οι έξι είναι στην Αττική, καταλαβαίνεις και τι γίνεται στην περιφέρεια. Οπότε τι δημιουργείται; Υπερσυνωστισμός.

 

 

Στη συνέχεια, βέβαια, πολλοί εγκατέλειψαν, γιατί ο χώρος τους εκμεταλλεύεται άγρια. Λόγω της υπερπροσφοράς και αυτό δεν το ξέρουν μόνο οι υποψήφιοι εργαζόμενοι. Το ξέρουν και οι υποψήφιοι εργοδότες, οι οποίοι, αν κάτσεις και το σκεφτείς, χρόνια και χρόνια και χρόνια είναι οι ίδιοι και οι ίδιοι στα κανάλια. Δεν αφήνουν και πολύ χώρο για τους νεότερους. Σιγά μη χάσουν τα κεκτημένα.

 

Οπότε, αν κάποιος θέλει να κάνει καριέρα, πρέπει βεβαίως να έχει υπομονή μέχρι να καθιερωθεί, αλλά κυρίως να έχει πλούσιους γονείς για να τον συντηρούν.

 

Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι σε έναν τέτοιο χώρο, με μπλοκάκια, με μαύρα, χωρίς ασφάλιση, όλη αυτή η επαγγελματική ανασφάλεια δημιουργεί εξαρτήσεις.

Και οι εξαρτήσεις δημιουργούν στρατούς.

 

Μια άλλη δυσκολία που αντιμετωπίζει ο Έλληνας δημοσιογράφος είναι ότι είναι παντελώς απροστάτευτος. Είτε απέναντι στους κάφρους, είτε στον όχλο, είτε σε μπράβους, είτε σε οργανωμένους, είτε σε θορυβώδεις μειοψηφίες. Ποιος τον προστατεύει; Ποιος του δίνει σημασία;

 

Ο Έλληνας δημοσιογράφος δεν μπορεί να προστατευθεί από πουθενά. Οπότε είναι απολύτως φυσιολογικό να φοβάται. Και ο φόβος τι κάνει; Επιφέρει προσαρμογή, αγαπούλα μου...

 

 

Ο Έλληνας δημοσιογράφος επίσης είναι απολύτως ευάλωτος. Μπορεί οποιοσδήποτε να τον βρίσει, να τον προσβάλει, να ασκήσει βία, λεκτική ή σωματική. Από πού θα βγάλει άκρη; Πώς θα βρει δίκιο; Πώς θα προστατευθεί;

Μόνο αν ανήκει σε κάποιο στρατόπεδο ή αν είναι πλούσιος και μπορεί να πληρώνει για την προστασία του ή  αν φροντίσει να πάρει κάποια θέση-κλειδί.

Αλλά οι θέσεις-κλειδιά είναι για πολύ λίγους και φυσικά για παλιές καραβάνες.

 

Οπότε λοιπόν, τι κάνει ο μέσος δημοσιογράφος; Ψάχνει να βρει στρατόπεδο να τρουπώσει και υπηρετώντας το να έχει μια θέση στον ήλιο. Αλλιώς δεν πρόκειται ούτε να εξελιχθεί και πολύ φοβάμαι, ούτε να παραμείνει στον χώρο.

 

Μια άλλη δυσκολία που έχουν να αντιμετωπίσουν οι δημοσιογράφοι είναι ότι είμαστε σάπιοι και ως κοινωνία.

 

Γι' αυτό, σε έναν βαθμό, φταίει και αυτό: Το ότι αναγκάζονται και λένε συνέχεια διάφορα κλισέ, τα οποία ουσιαστικά μιλάνε και δεν λένε τίποτα. Ανήκουν στην κατηγορία που είχε περιγράψει πάρα πολύ εύστοχα ο τεράστιος Γιώργος Μητσικώστας: Τους πουρουπουπού.

 

Αν κάποιος αρχίζει και τολμάει και λέει αυτά που πιστεύει, τότε σίγουρα θα υπάρχουν πολλοί καλοθελητές να τον βρίζουν.

 

Εδώ εγώ, που είμαι ο τίποτας, όταν γράψω στα social μου ότι, για παράδειγμα, είμαι ΑΕΚ και πιστεύω ότι ο Παναθηναϊκός  αδικήθηκε από τον Ολυμπιακό, το τι βρισίδι διαβάζω δεν λέγεται.

 

Από τους ΑΕΚτζήδες ότι δεν είμαι ΑΕΚ. Από τους Ολυμπιακούς ότι είμαι κρυφοπαναθηναϊκός. Από τους Παναθηναϊκούς το αντίστροφο.

Λες και δεν μπορεί κάποιος να πει αυτό που πραγματικά πιστεύει και αυτό που πραγματικά βλέπει.

 

Φαντάσου λοιπόν τον Α ή τον Β ή τον Γ διάσημο δημοσιογράφο που θα τολμήσει να πει κάτι διαφορετικό. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα αθλητικά γεγονότα. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τα πολιτικά.

Προσοχή: Δεν αναφέρομαι στην κριτική. Όταν εκτίθεσαι δημόσια, θα έχεις και αντίλογο. Αναφέρομαι στην καφρία και τη γουρουνοσυμπεριφορά.

 

Θέλω όμως να αναφέρω δύο στοιχεία που πραγματικά με ενοχλούν.

 

Όση καλή διάθεση και να έχω και όσο και αν αναγνωρίζω τις δυσκολίες του επαγγέλματος, δεν μπορώ να παραβλέψω και δύο άλλα στοιχεία.

 

Το πρώτο είναι ότι είναι αμόρφωτοι.

Δεν αναφέρομαι στο τι έχουν σπουδάσει. Αναφέρομαι στο ότι δεν εμβαθύνουν στο αντικείμενό τους. Δεν διαβάζουν, δεν επιμορφώνονται πάνω σε αυτά με τα οποία ασχολούνται.

 

Πολλές φορές, ας πούμε, παίρνουν μια συνέντευξη και οι ερωτήσεις είναι πιο άνοστες και πιο ανιαρές από το γρασίδι στο πάρκο. Ή κάνουν διάφορες μεταδόσεις και απλά σου περιγράφουν πού είναι η μπάλα.

Μα φίλε μου, αυτό το ξέρω γιατί το βλέπω. Πες μου και κάτι διαφορετικό. Κάτσε λίγο και ασχολήσου πριν από τον αγώνα.

 

Αντίστοιχα και στα πολιτικά. Έρχεται ο καθένας, τους λέει μια απίθανη βλακεία και δεν τον αντικρούουν. Δεν παίρνουν καθόλου θέση.

 

Δεν είναι ελεγκτές της εξουσίας. Είναι τροχονόμοι και δημοσιοσχετίστες με την εξουσία.

 

Οι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα έχουν την εξής βλακώδη ή κουτοπόνηρη νοοτροπία:

 

«Τον αφήνω να τα πει και ας τον κρίνει ο κόσμος».

 

Αυτό, αν το σκεφτείς καλά-καλά και εις βάθος, είναι μια βόμβα στα θεμέλια της δημοκρατίας μας.

 

Διότι ο μέσος άνθρωπος, όταν κάθε μέρα παλεύει για τα καθήκοντα του βίου του, για την επιβίωσή του, για τις υποχρεώσεις του, ουσιαστικά θέλει να παίρνει μια ιδέα και μια εικόνα για την καθημερινότητα, τα νέα και για την επικαιρότητα.

 

Αν λοιπόν εσύ, φίλε δημοσιογράφε, που ασχολείσαι με αυτά μέρα-νύχτα, δεν διαφωτίζεις τους ανθρώπους, δεν βοηθάς τον κόσμο, τότε ποιος θα το κάνει;

 

Όταν έρχεται ο τάδε παπατζής πολιτικός και σου λέει, για παράδειγμα, «εγώ θα διπλασιάσω τους μισθούς» ή «εγώ θα διαγράψω όλους τους φόρους», αυτό ακούγεται πολύ ωραία στα αυτιά των κουρασμένων πολιτών. Ο μέσος άνθρωπος είναι πολύ εύκολο να παρασυρθεί.

 

Όταν, για παράδειγμα, έρχεται κάποιος και λέει «εγώ θα βάλω πλαφόν» και εσύ δυστυχώς δεν προσπαθείς να τον φέρεις σε στο  σημείο να εξηγήσει πώς θα το κάνει, γιατί όσοι ξέρουμε και δυο δράμια οικονομικά καταλαβαίνουμε πως, αν κάποιος πάει να επιβάλει το πλαφόν, τότε δύο τινά θα συμβούν: Αφενός το κράτος θα χάσει πάρα πολλά έσοδα,  αφετέρου  ο επιχειρηματίας θα κάνει εξαγωγές και στην ελληνική αγορά θα δίνει τίποτα. Εκτός και αν πάμε σε μοντέλο κρατικοποίησης επιχειρήσεων, που όποτε συνέβη, είτε στη χώρα μας είτε σε άλλες χώρες, οι επιχειρήσεις μετά από λίγο απλώς καταστράφηκαν.

Καταλαβαίνω την όποια ένσταση: Ότι αν στριμώχνεις τους φιλοξενούμενούς σου, μετά πολύ απλά δεν θα έρχεται κανείς στις εκπομπές σου.

Όμως δεν μπορεί, από την άλλη, να αφήνεις τον κάθε παπατζή να μπαίνει στα σπίτια των ανθρώπων, τον κάθε απατεώνα, τον κάθε χλιμτζούρα και τον κάθε χλέμπουρα να υπόσχεται τον ουρανό, τα άστρα, τους πλανήτες, το διαγαλαξιακό σύστημα και εσύ απλά να κοιμίζεις τη συνείδησή σου και να λες «δεν πειράζει, ας το κρίνει ο κόσμος».

Πού ξέρει ο κόσμος για να κρίνει;

 

Πόσο απλός κοσμάκης μπορεί να καταλάβει τι του λέει ο απατεώνας, αν εσύ, που ουσιαστικά αυτός είναι ο ρόλος σου, δεν μπεις στον κόπο να του εξηγήσεις ότι αυτά είναι γελοιότητες;

 

Με ενοχλεί, για παράδειγμα, και επειδή είμαι αρκετά εξοικειωμένος μπορώ πολύ εύκολα να το καταλάβω, όταν ο Έλληνας δημοσιογράφος βαριέται να γράψει ένα κείμενο και το παίρνει με copy-paste, έτοιμο από την τεχνητή νοημοσύνη.

 

Δεν κατακρίνω την τεχνητή νοημοσύνη. Αντιθέτως, τη λατρεύω και τη θεωρώ πολύ σπουδαίο εργαλείο.

 

Αλλά, καλέ μου άνθρωπε, άμα είναι να σου τα γράφει η τεχνητή νοημοσύνη, τότε πολύ απλά εσύ δεν μου χρειάζεσαι.

Μην μου πεις ότι χρειάζεσαι έναν άνθρωπο μπροστά από την κάμερα. Μπορεί και η τεχνητή νοημοσύνη να μου βγάλει και μια πεντάμορφη γκόμενα, έστω τεχνητή, μπροστά από την κάμερα, που θα τα πει και πολύ καλύτερα από σένα.

 

Καταλαβαίνω πως στο μικρό μας χωριουδάκι, στην ουσιαστικά αθηναϊκή αγορά, είναι πάρα πολύ δύσκολο ο Τύπος να είναι η τέταρτη εξουσία, όπως είναι και ο ορισμός του άλλωστε.

 

Αλλά, ρε παιδί μου, αυτά τα κλισέ, τα πουρουπουπού, η αμορφωσιά, τα AI κείμενα και το «άστο να τα πει γιατί θα τον κρίνει ο κόσμος», δεν αντέχονται.

 

Τέλος, σε όσους αυτά που γράφω τους φαίνονται κινεζικά, θυμίζω ότι η Ελλάδα μας πέρασε μια χρεοκοπία και οι κακοί ξένοι την έσωσαν με τα δανεικά και τη γλιτώσαμε γιατί σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό η Ευρώπη ήταν απροετοίμαστη για κάτι τέτοιο και προτίμησαν να μας σώσουν αντί να ρισκάρουν το ενδεχόμενο ντόμινο.

 

Τη γλιτώσαμε στο τσακ από την ολοκληρωτική καταστροφή. Πολύ μεγάλο μερίδιο που φτάσαμε ως εκεί, έχουν οι δημοσιογράφοι, που σε κάθε τσαρλατάνο, που όλα θα τα έκανε με ένα μαγικό τρόπο το επόμενο δευτερόλεπτο, τον άκουγαν σαν χάνοι και ο κοσμάκης τρελάθηκε, παρασύρθηκε και τα υπόλοιπα τα έζησες.

 

Για να μην νομίζεις ότι τα λέω μονόπλευρα, από την άλλη βέβαια, και τα προηγούμενα χρόνια, όταν γίνονταν διαρκή εγκλήματα εις βάρος της Ελλάδας, δεν είδα και κανέναν να στηρίζει το «μαζί τα φάγαμε» του Θεόδωρου Πάγκαλου και είχε χίλια επιχειρήματα για να το κάνει.

Ο Δημοσιογράφος δεν είναι τροχονόμος. Έχει ευθύνη απέναντι στην κοινωνία. Με θυμώνει η ανεπάρκεια των επαγγελματιών του χώρου που θεωρητικά έστω έχουν ένα σοβαρό κοινωνικό ρόλο. Δεν μπορεί να πετάει την ευθύνη στον αναγνώστη ή στον τηλεθεατή.

 

Όλοι χάιδευαν έναν σάπιο λαό που του αρέσουν τα παραμύθια και τους σάπιους πολιτικούς που του πάσαραν τα παραμύθια.

 



0 Λογομαχιες:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψε ότι θέλεις με ευπρέπεια