Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

 

Ξένος ο οποίος θέλει να σηκώσει τη σημαία μας, ΤΙΜΗ ΤΟΥ και ΤΙΜΗ ΜΑΣ.

Επειδή όμως τελευταία έχουμε μάθει να βλέπουμε την Ελλάδα μέσα από το φίλτρο της μόνιμης ενοχής και κατάκρισης ( για να μην πω γκρίνιας κλάψας και μιζέριας ), υπάρχει και η άλλη πλευρά του φεγγαριού.

Κάποτε δείξαμε πολύ μεγάλη αγάπη στους Σέρβους, όταν δοκιμάστηκαν σκληρά. Σταθήκαμε δίπλα τους, τους στηρίξαμε, τους φιλοξενήσαμε. Τους στείλαμε ρούχα, τρόφιμα και φάρμακα. Τα παιδιά τους τα φιλοξενήσαμε στις κατασκηνώσεις μας. Η ΑΕΚ πήγε να παίξει ποδόσφαιρο στην καρδιά του πολέμου. Η περίφημη ελληνοσερβική αδελφοσύνη δεν ανταποδόθηκε πάντοτε όπως θα περίμενε κανείς.

Μετά ήρθαν οι Αλβανοί.

Για τους δικούς μου λόγους, έχω πολύ ψηλά μέσα μου το αίσθημα του Δικαίου. Οι Αλβανοί δεν έγιναν εργατικοί επειδή πέρασαν τα σύνορα. Εργάζονταν σκληρά και στην πατρίδα τους. Μόνο που εκεί, μέσα στην οικονομική καταστροφή της δεκαετίας του ’90, πολλοί είδαν τις οικονομίες μιας ζωής να χάνονται στις περιβόητες πυραμίδες του Μπερίσα.

Στην Ελλάδα όμως, ό,τι έβγαλαν με τον κόπο τους ήταν δικό τους.

Δούλεψαν πολύ. Πάρα πολύ. Έκαναν δουλειές δύσκολες, έφτιαξαν οικογένειες, μεγάλωσαν παιδιά, αγόρασαν σπίτια, άνοιξαν επιχειρήσεις, δημιούργησαν περιουσίες.

Και μπράβο τους.

Αν θέλεις να δεις τι μπορεί να κάνει η σκληρή δουλειά όταν υπάρχει η δυνατότητα να ανταμειφθεί, κοίτα έναν Αλβανό που ήρθε στην Ελλάδα πριν από τριάντα χρόνια.

Άλλαξε το βιοτικό του επίπεδο. Βελτίωσε τη διατροφή και την ένδυσή του. Έδωσε στα παιδιά του καλύτερες ευκαιρίες. Δημιούργησε περιουσία. Προχώρησε.

Αυτό δεν του το χάρισε κανείς. Το κέρδισε.

Θυμάμαι πώς ήρθαν οι πρώτοι Αλβανοί στη χώρα μας. Φτωχοί, ταλαιπωρημένοι, κοντοί, κακοθρεμμένοι, με πρόσωπα γαμψά, σκληρά από τη ζωή που είχαν αφήσει πίσω τους. Ήταν άνθρωποι που είχαν έρθει εδώ για να δουλέψουν και να επιβιώσουν.

Τριάντα χρόνια μετά, κοιτάζεις τις νεότερες γενιές και βλέπεις μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Ψήλωσαν, ομόρφυναν, στρογγύλεψαν τα πρόσωπα τους, άλλαξε η σωματική τους διάπλαση, βελτιώθηκε η διατροφή και η εμφάνισή τους, μορφώθηκαν, προχώρησαν. Πολλοί πλέον δεν ξεχωρίζουν σε τίποτα από τον μέσο Έλληνα.

Αυτό δεν έγινε από μόνο του. Είναι και αποτέλεσμα της ζωής που κατάφεραν να χτίσουν εδώ.

Ένα όμως δεν άκουσα ποτέ.

«Ευχαριστώ, Ελλάδα».

Ένα για δείγμα, ρε αδερφέ.

Δεν ζητάω να γονατίσει κανείς και να φιλήσει το χώμα. Ένα απλό «ήρθαμε εδώ, δουλέψαμε, προκόψαμε και η χώρα αυτή μας έδωσε την ευκαιρία» θα ήταν αρκετό.

Η Ελένη Φουρέιρα, αν έμενε στην Αλβανία θα έκανε την καριέρα, θα είχε τη δόξα, τη δημοφιλία, τον πλούτο και τη διασημότητα που απολαμβάνει σήμερα; Στις συνεντεύξεις της όλο κλαίγεται ότι της φερθήκαμε άσχημα. Ούτε ένα ευχαριστώ. Είχε βρεί όμως την ευκαιρία να φωτογραφηθεί με το σήμα των ουτσεκάδων.  

Πάμε στον Γιάννη.

Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τον Γιάννη Αντετοκούνμπο. Το αντίθετο. Θέλω να τον βλέπω να φοράει τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδος. Θέλω να σηκώνει τη γαλανόλευκη. Τιμή του και τιμή μας.

Έχω όμως πρόβλημα με το παραμύθι.

Είδα την ταινία Rise και πραγματικά λυπήθηκα με τις ανακρίβειες.

Η ταινία παρουσιάζει την οικογένεια περίπου σαν να μεγάλωσε μέσα σε μια Ελλάδα που την κυνηγούσε και την μισούσε.

Μόνο που η πραγματικότητα ήταν αρκετά διαφορετική.

Η οικογένεια Αντετοκούνμπο πράγματι τα έφερνε πολύ δύσκολα βόλτα. Δεν το αμφισβητώ ούτε για ένα δευτερόλεπτο.

Όμως βοηθήθηκε και μάλιστα πολύ.

Το κατηχητικό σχολείο του Αγίου Μελετίου τούς πρόσφερε γεύματα, ρούχα, βοήθεια για ενοίκια και ΔΕΚΟ. Στην ταινία δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα από όλα αυτά.

Απέναντι από τον Τρίτωνα, ένας άνθρωπος που είχε καφετέρια έδινε στα παιδιά χυμό και σάντουιτς.

Η διευθύντρια του δημοτικού σχολείου βάφτισε τον Κώστα.

Αντίθετα, υπάρχει σκηνή όπου η ελληνική αστυνομία εμφανίζεται να πλακώνει στο ξύλο μητέρες με τσαντόρ και χιτζάμπ και να τους παίρνει τα παιδιά.

Αυτό δεν συνέβη ΠΟΤΕ. Παραμύθια.

Υπάρχει επίσης μια δραματοποίηση της κατάστασης σαν τα παιδιά να ήταν εντελώς άγνωστα και αποκλεισμένα μέχρι να έρθει η μεγάλη ευκαιρία.

Μόνο που τα αδέρφια Αντετοκούνμπο είχαν ήδη εμφανιστεί σε All Star Game του ελληνικού πρωταθλήματος. Ήταν μάλιστα η πρώτη φορά που συμμετείχαν παίκτες από την Α2 και τους είχε δει όλη η Ελλάδα.

Μετά υπάρχει και η ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας.

Ο άνθρωπος που δεν άφησε τον Γιάννη να τον πάρουν οι Ισπανοί ήταν ο Αντώνης Σαμαράς. Τον έκανε αριστίνδην Έλληνα με συνοπτικές διαδικασίες και έτσι δεν πήγε στη Σαραγόσα.

Κάπου εκεί ακούσαμε και στην ταινία ότι ο ελληνικός πολιτισμός έχει τις ρίζες του στην Αφρική.

Έλα Χριστέ και Παναγία!

Γιατί τα λέω όλα αυτά;

Επειδή υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο:

«Υπήρξαν άνθρωποι που μας φέρθηκαν άσχημα»

και στο:

«Η Ελλάδα δεν μας ήθελε».

Η πρώτη πρόταση μπορεί να είναι απολύτως αληθινή.

Η δεύτερη είναι μια τεράστια γενίκευση.

Η πραγματικότητα στα Σεπόλια, δεν ήταν ούτε ότι όλοι αγκάλιασαν την οικογένεια ούτε ότι όλοι την κυνηγούσαν.

Οι περισσότεροι απλώς αδιαφορούσαν.

Κάποιοι όμως βοήθησαν. Όταν φτιάχνεις τον κινηματογραφικό μύθο, δεν γίνεται να τους εξαφανίζεις.

Γιατί τότε δεν μιλάμε πλέον για την πραγματικότητα. Μιλάμε για μια ιστορία φτιαγμένη έτσι ώστε να εξυπηρετεί ένα συγκεκριμένο αφήγημα.

Είτε για λόγους αυτομαστίγωσης, είτε για λόγους προπαγάνδας. Τείνω να πιστεύω ότι πίσω από αυτή την ιστορία υπάρχει και οργανωμένη προσπάθεια. Υπάρχουν επαγγελματίες της επικοινωνίας που διαχειρίζονται δεκάδες ή εκατοντάδες λογαριασμούς στα social και σπρώχνουν συγκεκριμένες τάσεις. Ο μέσος άνθρωπος, ανάμεσα στις δουλειές και στις υποχρεώσεις του, κάνει ένα σκρολ να δει τα νέα της ημέρας. Όταν βλέπει το ίδιο μήνυμα παντού, κάποια στιγμή επηρεάζεται. Αλλά και οι πολιτικαλι κορεκτ προβεβλημένοι δημοσιογράφοι υπακούν στις ίδιες επιταγές. Οπότε η διαμόρφωση της κοινής γνώμης έρχεται χωρίς κόπο.

«Οι Έλληνες είναι ρατσιστές».

«Δεν με θέλουν επειδή είμαι μαύρη».

«Δεν με θέλουν επειδή είμαι διαφορετική».

 

Προφανώς και υπάρχουν Έλληνες ρατσιστές, μαλάκες, κακοί, μισαλλόδοξοι, κομπλεξικοί και άνθρωποι που θα βρουν λόγο να αντιπαθήσουν κάποιον για το χρώμα του, την καταγωγή του ή οτιδήποτε άλλο. Σε ποια χώρα του πλανήτη δεν συμβαίνει το ίδιο;

Αλλά από το «υπάρχουν ρατσιστές» μέχρι το «η Ελλάδα δεν με θέλει» υπάρχει τεράστια απόσταση.

Δεν δέχομαι ότι είμαστε μια κοινωνία που απορρίπτει συλλήβδην όποιον είναι διαφορετικός.

Δεν δέχομαι ότι κάθε προσωπική δυσάρεστη εμπειρία αποτελεί απόδειξη ότι ολόκληρος ο ελληνικός λαός είναι ρατσιστικός.

Δεν δέχομαι αυτή τη μόνιμη woke απαίτηση να απολογούμαστε όλοι για όλα.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη συζήτηση για τους ΛΟΑΤΚΙ.

Υπήρξαν άνθρωποι που υπέστησαν διακρίσεις.

Αλλά άλλο αυτό και άλλο να παρουσιάζεται η Ελλάδα σαν μια χώρα όπου οι ΛΟΑΤΚΙ άνθρωποι ζουν μονίμως κυνηγημένοι.

Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν περίμενε το Pride για να γίνει Μάνος Χατζιδάκις.

Ο Κάρολος Κουν δεν περίμενε την έγκριση κανενός για να μεγαλουργήσει.

Ο Κώστας Ταχτσής έζησε και δημιούργησε σε εποχές πολύ πιο δύσκολες από τις σημερινές.

Πόσοι και πόσοι που τους ξέρουμε, έχουν περάσει από δημόσια αξιώματα. Τους πείραξε κανένας;

Άνθρωποι διαφορετικοί υπήρχαν πάντα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ολόκληρη η Ελλάδα ήταν εναντίον τους.

Κάπου λοιπόν ας τελειώνουμε με αυτή την προπαγάνδα που αναπαράγεται διαρκώς.

Υπάρχει όμως η πραγματική Ελλάδα.

Η Ελλάδα που άνοιξε σπίτια.

Η Ελλάδα που έδωσε δουλειές.

Η Ελλάδα που έβαλε παιδιά μεταναστών στα σχολεία της.

Η Ελλάδα που έδωσε σε ανθρώπους την ευκαιρία να δουλέψουν και να προκόψουν.

Η Ελλάδα που πανηγύρισε και καμάρωσε με τον Γιάννη. Όχι μόνο με αυτόν αλλά και τα αδέρφια του. Όλοι έπαιξαν στην Εθνική μας ομάδα και ειδικά ο αξιαγάπητος Θανάσης είναι ο δημοφιλέστερος όλων.
Η Ελλάδα που αγάπησε  τον Σχορτσανίτη πολύ περισσότερο από ότι αγάπησε αυτός τον εαυτό του.

Η Ελλάδα που αγκάλιασε τον Τάϊλερ Ντόρσι. Όπως και τον Ζακ Ογκαστ.


Η Ελλάδα που λάτρεψε τον Ντανιέλ Μπατίστα και τον είχαμε στην Εθνική.


Η Ελλάδα που έβαλε τη Νέρι Νιαγκουάρα να φορέσει το εθνόσημο.


Η Ελλάδα που κάλεσε τον Ανδρέα Τεττέη άμεσα στην Εθνική ποδοσφαίρου.

Δηλαδή τι ακριβώς πρέπει να κάνουμε για να αποδείξουμε ότι δεν μας ενοχλεί το χρώμα του άλλου; Να βγάλουμε και ανακοίνωση;

Δεν είμαστε τέλειοι. Ρατσιστές υπάρχουν. Ομοφοβικοί υπάρχουν. Μισαλλόδοξοι υπάρχουν.

Αλλά άλλο αυτό και άλλο να παρουσιάζουμε μια ολόκληρη χώρα σαν να περιμένει στη γωνία για να διώξει τον μαύρο, τον Αλβανό ή τον διαφορετικό.

Γιατί η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από αυτό το βολικό παραμύθι.

Η Ελλάδα που βλέπει έναν άνθρωπο να σηκώνει τη σημαία της και λέει:

«Μπράβο ρε φίλε. Σήκωσέ την ψηλά».

Αυτό θέλω.

Όχι να μετράμε ποιος είναι αρκετά Έλληνας.

Όχι να ψάχνουμε κάθε τόσο αποδείξεις ότι είμαστε ρατσιστές.

Όχι να μετατρέπουμε κάθε προσωπικό παράπονο σε κατηγορητήριο ενός ολόκληρου λαού.

Ξένος ο οποίος θέλει να σηκώσει τη σημαία μας;

ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΙΜΗ ΜΑΣ.

Και αν κάποιος θέλει να παίξει για την Εθνική Ελλάδος, να βάλει τη γαλανόλευκη στο στήθος και να πανηγυρίσει για αυτήν;

Καλώς να ορίσει.

Αυτό δεν είναι πρόβλημα.

Είναι χαρά.

 



0 Λογομαχιες:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψε ότι θέλεις με ευπρέπεια