Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ part 9

 

Ø  Έλεγαν δια τον Αββάν Ιωάννην, ότι κάποιας νέας απέθανον οι γονείς και έμεινεν ορφανή. Ωνομάζετο δε Παϊσία. Εσκέφθη λοιπόν να κάμη τον οίκον της ξενοδοχείον δια τους πατέρες της Σκήτεως. Έμεινεν λοιπόν πολύν καιρόν έτσι φιλοξενούσα και υπηρετούσα τους πατέρας. Μετά δε καιρόν, όταν εξωδεύθησαν τα όσα είχεν, άρχισε να στερήται. Της προσεκολλήθησαν λοιπόν διεστραμμένοι άνθρωποι και της άλλαξαν την γνώμην από τον καλόν σκοπόν και άρχισε λοιπόν να ζη κακώς, ώστε να φτάση εις το να πορνεύη. Ήκουσαν δε οι πατέρες και ελυπήθησαν υπερβολικά και προσκαλέσαντες τον Αββάν Ιωάννην τον Κολοβόν, του λέγουν. Ότι ηκούσαμε δια την αδελφήν εκείνην, ότι ζη κακώς, και αυτή όταν ημπορούσε, έδειξεν εις ημάς την αγάπην της και τώρα ας δείξωμεν εις αυτήν την αγάπην και την βοηθήσωμεν. Λάβε λοιπόν τον κόπον να υπάγης εις αυτή και κατά την σοφίαν όπου σου έδωσεν ο Θεός, οικονόμησε τα κατ’αυτήν. Ήλθε λοιπόν ο Αββάς Ιωάννης προς αυτήν και λέγει εις την γραίαν την θυρωρόν : Μήνυσε με εις την κυρίαν σου. Η δε τον έδιωξε λέγουσα: Εσείς εξ αρχής κατεφάγετε τα όσα είχε και αυτή είναι πτωχή. Της λέγει ο Αββάς Ιωάννης : Είπε εις αυτήν διότι έχω να την ωφελήσω πολύ. Οι δε υπηρέται αυτής χαμογελώντες κρυφίως του λέγουν: Και τι έχεις να της δώσεις, όπου θέλεις να την συναντήσης; Ο δε απεκρίθη λέγων : Από που ηξεύρετε τι μέλλω να της δώσω; Αφού ανέβη λοιπόν η γραία, της είπε περί αυτού και της λέγει η νέα: Αυτοί οι μοναχοί πάντοτε περπατούν πλησίον της Ερυθράς Θάλασσης και ευρίσκουν μαργαριτάρια. Αφού λοιπόν εστολίσθη λέγει: Στέρξε να τον φέρης προς εμέ. Όταν λοιπόν ανέβη, προφθάσασα εκάθισεν εις την κλίνην. Ελθών δε ο Αββάς Ιωάννης εκάθισεν κοντά της και αφού προσήλωσε το βλέμμα του εις το πρόσωπον της, της λέγει: Τι εγνώρισες κατά του Ιησού και ήλθες εις αυτό; Ως ήκουσε δε, επάγωσεν όλη. Και κλίνων κάτω την κεφαλήν του ο Αββάς Ιωάννης, ήρχισεν να κλαίη δυνατά. Του λέγη αυτή: Αββά τι κλαίεις; Μόλις δε εσήκωσεν επάνω την κεφαλήν του, πάλι έγειρε κάτω κλαίων και της λέγει: Βλέπω ότι ο Σατανάς παίζει εις το πρόσωπόν σου και δεν θα κλαύσω; Ως ήκουσε δε, του λέγει: Υπάρχει μετάνοια Αββά; Της λέγει: Ναι. Του λέγη: Πάρε με όπου θέλεις. Της λέγει: Ας πηγαίνωμεν και εσηκώθη να τον ακολουθήση. Επρόσεξε δε ο Αββάς Ιωάννης ότι δεν εδιάταξεν ή ωμίλησε τίποτα δια τον οίκον της και εθαύμασεν. Όταν λοιπόν έφθασαν εις την έρημον, ενύκτωσε και αφού έκαμε με την άμμον μικρόν προσκέφαλον δι αυτήν και το εσταύρωσε, της λέγει: Κοιμήθου εδώ. Αφού δε έκαμε και δια τον εαυτόν του εις ολίγην απόστασιν και εξετέλεσε τας προσευχάς του, εξάπλωσε. Περί δε το μεσονύκτιον εξυπνήσας, βλέπει ένα δρόμον φωτεινόν στημένον από τον ουρανόν μέχρι αυτής και είδε τους αγγέλους του Θεού να φέρουν επάνω την ψυχήν της. Σηκωθείς λοιπόν επήγε και την εσκούντισε με το πόδι. Καθώς δε είδε ότι απέθανεν, έπεσεν με το πρόσωπο εις την γήν παρακαλών τον Θεόν και ήκουσεν ότι η μία ώρα της μετανοίας της έγινε δεκτή περισσότερον από μετάνοιαν πολλών όπου κάμνουν πολύν καιρόν και δεν δείχνουν την θερμότητα της τοιαύτης μετανοίας.

Ø  Είπεν ο Αββάς Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης: Η φοβερά και πάντολμος επιθυμία της φιλαργυρίας όπου δεν γνωρίζει χορτασμόν, σπρώχνει την κυριευθείσαν ψυχήν εις το άκρον των κακών. Λοιπόν προ πάντων αυτήν από την αρχήν ας διώξωμεν, διότι αν κυριεύση, θα είναι ανίκητος.

Ø  Είπεν ο Αββάς Ισαάκ ο πρεσβύτερος των κελλίων: Όταν ήμουν νέος, εκατοικούσα με τον Αββάν Κρόνιον και ουδέποτε μου είπε να κάμω μια δουλειά, αν και ήτο γέρων και έτρεμε. Αλλά ο ίδιος εσηκώνετο και έδιδε το μπουκάλι εις εμέ και εις όλους επίσης. Και με τον Αββάν Θεόδωρον της Φέρμης εκατοίκησα και ούτε αυτός μου έλεγε να κάμω τίποτε. Αλλά και το τραπέζι ο ίδιος έβαλλε και έλεγεν: Αδελφέ, εάν θέλης, έλα φάγε. Εγώ δε έλεγα εις αυτόν: Αββά, ήλθα κοντά σου δια να ωφεληθώ και μου πως δεν λέγεις να κάμω τίποτε;; Ο δε γέρων πάντοτε εσιώπα. Και επήγα και το είπα εις τους γέροντας και ελθόντες οι γέροντες εις αυτόν, του είπαν: Αββά, ο αδελφός ήλθεν εις την αγιοσύνην δια να ωφεληθή και διατί δεν του λέγεις να κάμη τίποτε;; Και τους λέγει ο γέρων: Μήπως είμαι κοινοβιάρχης, δια να τον διατάξω; Εγώ πάντως δεν του λέγω τίποτα αλλά εάν θέλη, ότι με βλέπει να κάμνω, να κάμη και αυτός. Από τότε λοιπόν επρολάμβανα και έκαμνα, ότι επρόκειτο να κάμη ο γέρων. Αυτός δε ότι έκαμνε, το έκαμνε εν σιωπή και τούτο με εδίδαξε. Το να κάμνω με σιωπήν.  

Ø  Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββάν Ιωσήφ του εις Πανεφώ: Τι να κάμω; Διότι δεν μπορώ ούτε πολλήν κακοπάθειαν να υπομείνω, ούτε να εργασθώ και δώσω ελεημοσύνην.  Του λέγει ο γέρων. Εάν δεν μπορής να κάμης κανένα από αυτά, τουλάχιστον πρόσεξε την συνείδησίν σου από τον πλησίον σου από κάθε κακόν και σώζεσαι.

Ø  Ο Αββάς Ποιμήν ηρώτησε τον Αββάν Ιωσήφ του εις Πανεφώ, λέγων : Τι να κάμω όταν πλησιάζουν τα πάθη; Να αντισταθώ εις αυτά ή να αφήσω να εισέλθουν; Του λέγει ο γέρων: Άφησε τα να εισέλθουν και πολέμησε μαζί τους. Επιστρέψας λοιπόν εις την Σκήτιν, εκάθετο και ελθών ένας Θηβαίος εις την Σκήτιν, έλεγεν εις τους αδελφούς, ότι ηρώτησα τον Αββάν Ιωσήφ, λέγων: Εάν με πλησιάζη πάθος να αντισταθώ εις αυτό, ή να το αφήσω να εισέλθη; Και μου είπε: Μη αφήσης διόλου να εισέλθουν τα πάθη αλλά αμέσως κόψε τα. Ακούσας δε ο Αββάς Ποιμήν, ότι έτσι είπεν εις τον Θηβαίον ο Αββάς Ιωσήφ, εσηκώθη και επήγεν εις αυτόν εις Πανεφώ και του λέγει: Αββά, εγώ σου εμπιστεύθηκα τους λογισμούς μου και να, άλλως πως είπες εις εμέ και άλλως πω εις τον Θηβαίον. Του λέγει ο γέρων: Δεν γνωρίζεις ότι σε αγαπώ; Και είπε: Ναι, δεν μου έλεγες εσύ όπως εις τον εαυτόν ειπέ μου; Και είπεν: Έτσι είναι του λέγει ο γέρων. Διότι αν εισέλθουν τα πάθη και δώσης και πάρης με αυτά, σε κάμνουν περισσότερο άξιον. Εγώ δε σου ωμίλησα όπως εις τον εαυτόν μου. Είναι δε άλλοι, εις τους οποίους δεν συμφέρει ούτε να πλησιάσουν τα πάθη αλλά έχουν ανάγκη να τα κόψουν αμέσως.

Ø  Είπεν ο Αββάς Ιάκωβος: Δεν είναι ανάγκη από λόγους μόνον διότι είναι πολλοί λόγοι εις τους ανθρώπους εις τον καιρόν τούτον, αλλά είναι ανάγκη έργων διότι αυτά είναι το ζητούμενον και όχι λόγοι, οι οποίοι δεν έχουν καρπόν.



0 Λογομαχιες:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψε ότι θέλεις με ευπρέπεια